

γράφει ο
Κώστας Παπακοσμάς
Η φωτογραφία εικονίζει δύο σειρές δένδρων στην οδό Ερυθρού Σταυρού στο πεζοδρόμιο αυτής. Ήταν λίγα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου του 1940 και η Καβάλα έβρισκε σιγά – σιγά τον βηματισμό της όμως το “χτικιό” της φυματίωσης θέριευε, η ανθυγιεινή εργασία της επεξεργασίας των καπνών, οι κακουχίες του πολέμου και της κατοχής αλλά και τα δένδρα στο περιαστικό δάσος που δεν έλεγαν να μεγαλώσουν έκαναν τους Καβαλιώτες να φυτεύουν ολοένα και περισσότερα δένδρα.
Στον Δημοτικό κήπο, στις συνοικίες, στην παραλία, αριστερά και δεξιά των δρόμων. Τα δένδρα ήταν το καμάρι των νοικοκυριών στα σπίτια με τις αυλές, ειδικά στις συνοικίες πέριξ του αστικού κέντρου. Καρποφόρα αλλά και πεύκα, ειδικά στις νέες συνοικίες όπως αυτή της Κηπούπολης «τέσσερα πεύκα, μου λέει η μητέρα μου, φύτεψε ο πατέρας της στο προσφυγικό σπίτι στην συνοικία, εκεί που άλλοτε ήταν πουρνάρια και οχυρωματικά έργα».
Έτσι έγινε και το δασάκι της “Παναγούδας” αλλά και αυτό της “Χωράφας” αλλά και παλαιότερα εκείνο των “Πεντακοσίων”. Οι Καβαλιώτες φύτευαν δένδρα, αγαπούσαν την ζωή, θέλαν μια πόλη που δεν θα πέθαιναν από φυματίωση. Και μετά… ήρθαν τα “καλά” χρόνια .
Τα δένδρα εμπόδιζαν τη “θέα” έριχναν φύλλα, δεν χωρούσαν τα αμάξια να παρκάρουν. Γενικά ήταν ανεπιθύμητα.
Κάποια εποχή “γεμίσαμε” από φοίνικες πάνε και αυτοί από το σκαθάρι. Η πόλη και οι συνοικίες της εξοστρακίζουν τα δένδρα μιλάμε για “δράσεις περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος” και χύνουμε “κροκοδείλια” δάκρυα όταν ακούμε για τις φωτιές, την κλιματική αλλαγή και τα δεινά που έρχονται.