γράφει ο

Βύρων Δημητριάδης

 

“...Τα όποια μηνύματα δυσαρέσκειας σας διαβεβαιώ ότι τα έχω ήδη λάβει και δεν περιμένω το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών για να τα εμπεδώσω καλύτερα...”, υποστήριξε, με το γνωστό α λα Μπενίτο υφάκι που τον διακρίνει, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να συγκρατηθούν στο μαντρί προς ευνουχισμό όλα τα ζωντανά.

 

Αμέσως μετά την απελευθέρωση του 60-63%, συνέχισε στο ίδιο στυλ: “...Σέβομαι αυτή την επιλογή τους... (που)... εκφράστηκε με μια πρωτοφανή για τα δεδομένα της χώρας αποχή που δυσκολεύει ίσως την εξαγωγή συμπερασμάτων...” που όμως καθόλου δεν τον δυσκόλεψε, όπως διαβεβαιώνει και πάλι ο ίδιος: “...Ακούω τη φωνή και την εντολή τους, αλλά την ακούω δυνατά: “σας εμπιστευόμαστε, αλλά προσπαθήστε περισσότερο” και αυτό θα κάνουμε για να βαδίσουμε πιο γρήγορα προς την Ευρώπη...”.

 

Από τα λεγόμενά του καταλαβαίνεις πως το συμπέρασμα που έβγαλε μετά το αναμενόμενο χτύπημα του τσουνάμι είναι πως μια τέτοια συμπεριφορά επιδεικνύουν όλοι όσοι είναι μακριά νυχτωμένοι από την Ευρώπη.

 

Ναι, αλλά ποια μπορεί να είναι η συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον ορίτζιναλ ευρωπαίο; την γνωρίζουμε;

 

Ασφαλώς και την γνωρίζουμε! Την περιέγραψε μάλιστα στο διάγγελμά του πριν το χτύπημα της αποχής ως εξής: “...Το λέω αυτό (για την εμπέδωση των μηνυμάτων δυσαρέσκειας) για τους πολίτες... (και)... τους ζητώ να δουν τη μεγάλη εικόνα, να αφήσουν στην άκρη τα όποια επιμέρους παράπονα και να αντιληφθούν ότι ποτέ καμιά κυβέρνηση δεν καλύπτει το 100% των προσδοκιών του κάθε πολίτη μεμονωμένα.

 

Διότι όλοι οι πολίτες έχουμε διαφορετικές προσδοκίες από την κυβέρνηση...”.

 

Ορίστε, παρακαλώ, μια ολοκληρωμένη περιγραφή των προσόντων του σύγχρονου ευρωπαίου πολίτη: είναι ο “κάθε μεμονωμένος πολίτης που έχει διαφορετικές” δηλαδή προσωπικές-ταυτοτικές “προσδοκίες” που όμως δεν τον οδηγούν στην αποχή.

 

Μήπως -λέω- μήπως έχουμε να κάνουμε μ' έναν μεγάλο οραματιστή ηγέτη;

 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης (!) οραματιστής ηγέτης; Ένας νεοφιλελές φυρερίσκος είναι που κινείται με ενσωματωμένα τροχούλια πάνω στις ράγες του θατσερισμού, του σύγχρονου, δηλαδή, φιλελεύθερου νεοναζισμού υπό των οδηγιών της Οικονομίας της Αγοράς.

 

“...Δεν υπάρχει κοινωνία παρά μόνο άτομα...”, διακήρυξε η Θάτσερ και πρόσθεσε αμέσως μετά “...και οι οικογένειές τους...”.

 

“...Αλλά η νεοφιλελεύθερη επανάσταση που αποδίδεται στη Θάτσερ και τον Ρέιγκαν μετά το 1979 έπρεπε να επιτευχθεί με δημοκρατικά μέσα -γράφει ο Ανθρωπολόγος Ντέιβιντ Χάρβεϊ στο κλασσικό, πλέον, βιβλίο του “Νεοφιλελευθερισμός. Ιστορία και παρόν”.

 

Για να συμβεί μια μεταβολή αυτού του μεγέθους, όπου όλες οι μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης έπρεπε να καταργηθούν προς όφελος του ατομικισμού, της ατομικής ιδιοκτησίας, της προσωπικής υπευθυνότητας και των οικογενειακών αξιών, χρειάστηκαν η εκ των προτέρων διαμόρφωση πολιτικής συναίνεσης μέσα σε ένα αρκετά ευρύ φάσμα του πληθυσμού, ώστε να σημειωθεί νίκη στις εκλογές.

 

Αυτό που αποκαλεί ο Γκράμσι “κοινό νου” (που ορίζεται ως “διάχυτα και ασυντόνιστα στοιχεία μιας γενικής μορφής σκέψης κοινής σε ορισμένο χρόνο και τόπο”) αποτελεί συνήθως το θεμέλιο της συναίνεσης.

 

Όμως η ιδεολογική επίθεση βάσει αυτών των κατευθύνσεων που απέρρεαν από τη θατσερική ρητορική ήταν αδυσώπητη: “...Τα οικονομικά είναι η μέθοδος...”, είπε, “...ο στόχος είναι να αλλάξουμε τα συναισθήματα των ανθρώπων...”.

 

Ο καταναγκασμός μπορεί να δημιουργήσει μια μοιρολατρική, ακόμη και δουλοπρεπή, αποδοχή της ιδέας ότι δεν υπήρχε ούτε υπάρχει “...άλλη εναλλακτική λύση...”, όπως επέμενε η Μάργκαρετ Θάτσερ...”.

 

Βέβαια, ο Φουκώ -σύμφωνα με τον Γάλλο κοινωνιολόγο Πιερ Μασερέ (“Φουκώ και Μαρξ”)- αρνείται να εξετάσει την πειθαρχία ως διαταγή ή παρότρυνση που κατεβαίνει από την ψυχή στο σώμα: διότι εγκαθιδρύεται με ψηλαφητό τρόπο αποκλειστικά στο επίπεδο του σώματος και των δυνάμεων που αναγνωρίζονται σε αυτό, στηριζόμενη σε στρατηγικές σχηματισμού οι οποίες δεν υπακούουν, στο επίπεδο της λειτουργίας τους, σε καμιά προσδιορισμένη σκοπιμότητα που θα μπορούσε να εννοηθεί με όρους συνείδησης (στο “Οι βρόχοι της εξουσίας”).

 

Όταν ένας τρόπος διοίκησης λειτουργεί υπό τέτοιες συνθήκες, υπερβαίνει το δίπολο βίας και συναίνεσης (στο “Το υποκείμενο και η εξουσία”).

 

Η νέα εξουσία που εγκαθιδρύεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν ασκείται επί πραγματικών δράσεων, και συνεπώς ήδη συντελεσμένων, αλλά επί πιθανών δράσεων, των οποίων δρομολογεί την άσκηση “δομώντας το πεδίο ενδεχόμενης δράσης” όπου έρχονται να λάβουν θέση.

 

Αυτό ακριβώς το πεδίο ενδεχόμενης δράσης συνιστά μία “δεύτερη φύση”, τα “υποκείμενα” της οποίας είναι διαμορφωμένα ούτως ώστε να απαντούν εκείνο που περιμένουν από αυτά, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ούτε να πειστούν ούτε να εξαναγκαστούν, διότι είναι “πιθανά” υποκείμενα που έχουν συλλεχθεί εκ γενετής και έχουν σχηματιστεί ώστε να είναι κυβερνήσιμα, δηλαδή, με βάση την προοπτική που υιοθετήσαμε ανατρέχοντας στις αναλύσεις του Μαρξ, “παραγωγικά” από οικονομική άποψη.

 

Ο homo oeconomicus, του οποίου την ολοκλήρωση διενεργεί αυτή η δομή, είναι μία μυθοπλασία, με την έννοια ότι η πραγματικότητα ή η “φύση” του έχει κατασκευαστεί απ' άκρου εις άκρον με όρους “δεύτερης φύσης”.

 

Και τι επιτρέπει στη “δεύτερη φύση” να παρουσιάζεται ακόμη ως “μία” φύση, ενώ δεν είναι πλέον “η” φύση ούτε “κάτι” από τη φύση;

 

Το γεγονός ότι προσανατολίζει τις ανθρώπινες συμπεριφορές χωρίς ποτέ να εμφανίζεται στη συνείδηση ως η θεμελιώδης αρχή που τις διευθύνει, σύμφωνα με τη βασική προϋπόθεση της αποτελεσματικότητάς της: δρα υπό την έκφανση, δηλαδή την επίφαση, της αυθορμησίας.

 

Ο προγραμματισμένος και καλά σχεδιασμένος ευνουχισμός των ευρωεκλογών ώστε να ταιριάζει στο ήδη ευνουχισμένο Ευρωκοινοβούλιο διά της συμμετοχής του homo oeconomicus -των “πολιτών” που έχουν κατασκευαστεί χρησιμοποιώντας τον γκραμσιανό “κοινό νου”, τη θατσερική “αλλαγή των συναισθημάτων” και τη μαρξικο-φουκωική “δεύτερη φύση”- απέτυχε για μία ακόμη φορά.

 

Τον ευνουχισμό των ευρωεκλογών κατόρθωσε να αποτρέψει ασφαλώς όχι η συμμετοχή των 37-40% πιστών στις μεσιανικές εντολές των Ιερατείων των κομμάτων αλλά η μη συμμετοχή, η αποχή του 60-63% η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων εκφράζει την ελευθεριακή κουλτούρα των κοινών των ελλήνων και συνθέτει την κοινωνική αντιπολίτευση.

 

Όσο για τον μπαμπούλα της Ακροδεξιάς που, αν τον συγκρίνεις με τις γενοκτονικές εθνοκαθάρσεις που επιχειρούνται αυτή τη στιγμή σε αρκετά σημεία στον πλανήτη, με τις θανατοπολιτικές που μοιάζουν με υβριδικούς πολέμους που απανθρωποποιούν τον άνθρωπο ώστε ο θάνατός του -όπως π.χ στο Μάτι και στα Τέμπη- να μη λογίζεται ανθρωποκτονία από πρόθεση, με την πραξικοπηματική στρατιωτικοποίηση της Οικονομίας και της πολιτικής της Ε.Ε., η Ακροδεξιά της Μελόνι, της Λεπέν και του Κασιδιάρη δεν είναι τίποτα περισσότερο από “παιδική χαρά” μπροστά στην επέλαση των νεοναζί φιλελέδων όπως είναι ο Σουλτς, ο Μακρόν, ο Όρμπαν ή ο Μητσοτάκης(!) και τ' άλλα ορφανά του Χίτλερ και του Μένγκελε.