

γράφει ο
Μιχάλης Λυχούνας
Στα τελειώματα της κυβέρνησης Σημίτη, της αυθεντικής, όχι του αντιγράφου, ήταν ηλίου φαεινότερο πως η διαφθορά κάλπαζε. Δεν το έβλεπε μόνον ο συγχωρεμένος.
Δεν είχε ακούσει τίποτε για στρατηγούς, Μαντέληδες, Τσοχατζόπουλους κ.α. (ο Βενιζέλος έβλεπε αριθμούς τηλεφώνου σε αριθμούς τραπεζικού λογαριασμού). Λογικά λοιπόν προκύπτει το ερώτημα, πως έχουμε ξεσπάσματα διαφθοράς;
Γίνονται οι καλοί άνθρωποι κακοί κάποια στιγμή έτσι τυχαία; Δεν υπάρχουν λόγοι κοινωνικοί, πολιτική ατμόσφαιρα, αίσθηση ακαταδίωκτου, πολιτική προστασία και πρότυπα συμπεριφοράς (όποιος δεν τα παίρνει, είναι βλάκας;).
Περπατά συνοδεύοντας τον πρωθυπουργό της χώρας ένας κύριος βουτηγμένος μέσα στη ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΗ - ΣΑΠΙΑ νοοτροπία του τσαμπουκά και παίρνει και πόντους.
Πρέπει να γίνει κατανοητό πως το ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΟΜΜΑΤΙ είναι το ΟΛΙΓΟΤΕΡΟ. Αυτό που καταστρέφεται είναι η αντίληψη πως το αποτέλεσμα έρχεται ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ και ΜΟΝΟ.
Η διαφθορά στο Μπάσκετ είναι ο καθρέφτης στη διαφθορά στην οικονομία (μόνο με γνωστούς παίρνεις επιδοτήσεις), στην πολιτική (οι μπαμπάδες βάζουν τα παιδιά για βουλευτές....), στα πανεπιστήμια με την οικογενειοκρατία και τις ελεγχόμενες εκλογές.
Γιατί όμως ανθίζει έντονα σε κάποιες στιγμές. Είναι η αίσθηση της υπερβολικής ισχύος (πες το και αλαζονεία... και α και ου.... και ) και του ακαταδίωκτου.
Να μην ξεχνάμε πως αν δεν είχε έρθει η κρίση με την αλλαγή της νομοθεσίας, ο Τσοχατζόπουλος θα αναχωρούσε δημοσία δαπάνη (όπως έζησε δηλαδή) με τιμές υπουργού εν ενεργεία.
Τέτοιες συνθήκες υπάρχουν και τώρα. Και κοινωνικές και πολιτικές.
Και αυτές πρέπει να αλλάξουν.