

Τον οδικό χάρτη για τα μέτρα στήριξης στα καύσιμα περιέγραψε ο Παύλος Μαρινάκης, βάζοντας στο κάδρο των συζητήσεων ακόμα και την πολυζητημένη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, υπό αυστηρούς όμως δημοσιονομικούς όρους.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άνοιξε την καθιερωμένη ενημέρωση των πολιτικών συντακτών κάνοντας τον απολογισμό της παρουσίας του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο της Εβδομάδας Υψηλού Επιπέδου της 81ης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Παράλληλα, έδωσε το στίγμα της οικονομικής διπλωματίας, επισημαίνοντας τη συνάντηση που προγραμματίστηκε για τις 14:30 με θεσμικούς επενδυτές.
Σε ό,τι αφορά το φλέγον ζήτημα των καυσίμων κίνησης, η κυβέρνηση ανοίγει τα χαρτιά της στις 30 Σεπτεμβρίου. Η ειδοποιός διαφορά είναι πως αυτή τη φορά τα μέτρα θα αφορούν αποκλειστικά το επόμενο δεκαπενθήμερο, μια προσεκτική κίνηση που υπαγορεύεται από τη συνεχιζόμενη μεταβλητότητα στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Ο σχεδιασμός προβλέπει ένα δεύτερο κύκλο ανακοινώσεων στις 14 Οκτωβρίου, όπου θα ενταχθεί και το πετρέλαιο θέρμανσης, δεδομένου ότι η διάθεσή του ξεκινά παραδοσιακά στις 15 Οκτωβρίου. Μέχρι τότε θα έχει αποσαφηνιστεί πλήρως και το τοπίο των εμπορικών παρεμβάσεων από τις ίδιες τις εταιρείες, προσφέροντας στους καταναλωτές μια ολοκληρωμένη εικόνα, με βάση το πλαίσιο που έχει ήδη σκιαγραφήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Το θερμόμετρο ανέβηκε όταν η προσοχή στράφηκε στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης. Ο Παύλος Μαρινάκης ήταν κατηγορηματικός πως σύσσωμη η κυβέρνηση επιθυμεί τη μείωση του φόρου στα καύσιμα, σπεύδοντας ωστόσο να ξεκαθαρίσει ότι κάθε ελάφρυνση οφείλει να συμβαδίζει απόλυτα με τις δημοσιονομικές αντοχές της χώρας.
Για να περάσει μια τέτοια μείωση από τη θεωρία στην πράξη, απαιτούνται δύο κομβικές προϋποθέσεις. Η πρώτη αφορά την εξεύρεση των αναγκαίων πόρων, καθώς ο συγκεκριμένος φόρος ρίχνει στα κρατικά ταμεία 4 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Η δεύτερη και εξίσου κρίσιμη παράμετρος είναι το πράσινο φως από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Καθώς η Ελλάδα έχει αγγίξει τις οροφές δαπανών, ένα τέτοιο έκτακτο μέτρο χρειάζεται ειδική ευρωπαϊκή εξαίρεση από τον σχετικό υπολογισμό, προκειμένου να υλοποιηθεί χωρίς να εκτροχιαστούν τα δημόσια οικονομικά.