

γράφει ο
Θεόδωρος Δημοσθένης Λυμπεράκης
Η αρχαία Κάρυανη του Δήμου Παγγαίου, που σήμερα κείται σωριασμένη σε ερείπια: λίγα σπαράγματα από τη μακραίωνη ιστορία της (πρώτο μέρος, πολύ σύντομα θ’ αναρτήσω και το δεύτερο μέρος).
Κτισμένη πλάϊ στις τελευταίες, δυτικές πλαγιές του Συμβόλου όρους, πολύ κοντά στο Παγγαίο και στις εκβολές του Στρυμόνα ποταμού, η Καρυανή ή Κάρυανη, όπως επικράτησε να λέγεται στη νεώτερη, ελληνική γλώσσα, αποτελεί έναν οικισμό κατοικημένο από Έλληνες, που οι απαρχές της ιστορίας του χάνονται πίσω στους αιώνες.
Όταν οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν Παγγαίο, είναι πολύ πιθανόν ότι δεν εννοούσαν μόνο το σημερινό όγκο του Παγγαίου, αλλά και το σημερινό όρος Σύμβολο, που το θεωρούσαν τμήμα του Παγγαίου, χωριζόμενο από την Πιερία Κοιλάδα ή, όπως το θεωρούσε ο Θουκυδίδης, σαν μια ανώνυμη κορυφή του ιερού όρους, («ακόμα και τώρα πιερικός κόλπος λέγεται η κάτω από το Πάγγαιο, μέχρι τη θάλασσα γη»).
Το Πάγγαιον ή Πάγγειον ή Παγγαίον, όπως επικράτησε να ονομάζεται ήδη από τα προχριστιανικά χρόνια, ήταν για τους αρχαίους Έλληνες τόσο σημαντικό και τόσο ιερό, όσο είναι για μας, τους ορθόδοξους Χριστιανούς, σήμερα, το Άγιο Όρος.
Τη σημασία αυτού του ιερού όρους δεν θα μπορούσε να εκφράσει κανείς καλύτερα απ’ ότι την εξέφρασε πριν από 110 χρόνια ένας μεγάλος μελετητής και βαθύς γνώστης της ιστορίας, της θρησκείας και των θρύλων του, ο Γάλλος αρχαιολόγος και καθηγητής της αρχαιολογίας και της ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Νανσύ, στη Γαλλία, Paul Perdrizet, στην εισαγωγή του έργου του "Cultes et mythes du Pangee" (Λατρείες και Μύθοι του Παγγαίου): "Αρκετές φορές, βλέποντας πάνω από τον Στρυμονικό κόλπο να διαγράφεται στα δύο άκρα του ορίζοντα, από τη μια η κωνική σιλουέττα του Αθωνα κι από την άλλη η κορυφή του Παγγαίου, αναρωτήθηκα, ποιο από τα δύο βουνά δικαιούται καλύτερα να πάρει στην παγκόσμια ιστορία το όνομα "Άγιο Όρος".
Διότι, αν η πολιτεία των Αγιορειτών Μοναχών είναι ένα μοναδικό παγκόσμιο φαινόμενο πνευματικού εξαγνισμού, το Παγγαίο.περιλαμβάνεται ανάμεσα σε κείνες τις ιερές κορυφές, απ' τις οποίες ξεχύθηκαν προς τον αρχαίο κόσμο μυστικιστικές λατρείες και θρησκευτικές ζύμες, που την επίδραση τους, όσο κι αν αυτή δεν μπορεί εύκολα να μετρηθεί, δεν θα την αρνηθεί ποτέ κανείς".
Στην περιοχή του Παγγαίου εντοπίστηκαν σαφή ίχνη παλαιολιθικής εγκατάστασης, (πριν το 10.000 π.Χ.), μεταξύ άλλων και στην Ακρόπολη του αρχαίου Πιερικού πολίσματος του Φάγρητα, που βρίσκεται στο λόφο «Κανόνι», ο οποίος υψώνεται πάνω και αριστερά από το Ορφάνι, για όποιον πηγαίνει εκεί από τη Γαληψό.
Στη νεολιθική περίοδο (μετά το 7.000 π.Χ.) και μέχρι και την ύστερη εποχή του χαλκού, ανάμεσα στους 31 γνωστούς οικισμούς της Ανατολικής Μακεδονίας, (στους οποίους περιλαμβάνονται και κατοικημένα σπήλαια), περιλαμβανόταν και ο οικισμός που υπήρχε στο λόφο της αρχαίας Γαληψού, ο οποίος βρίσκεται στην παραλιακή, εθνική οδό Καβάλας - Θεσσαλονίκης, στη θέση «Αειδαρόκαστρο», καθώς και ¬σε χαμηλό σημείο του Ακροποτάμου.
Πολύ αργότερα, πολύ πριν όμως από την εποχή του Ομήρου, οι Θράκες, το μεγαλύτερο, σύμφωνα με τον Στράβωνα, γνωστό φύλο της αρχαιότητας, μετά τους Ινδούς, έφθαναν ακόμη μέχρι τον Όλυμπο και την Χαλκιδική κι έσπευσαν να βοηθήσουν τους Τρώες στον Τρωικό Πόλεμο.
Συνεπώς, αυτοί κατείχαν κι ολόκληρη την μεταξύ του Νέστου και του Στρυμόνα περιοχή και το ίδιο το όρος Παγγαίο, που μέχρι την εποχή του βασιλέως των Μακεδόνων Φιλίππου του Β' το θεωρούσαν ως όρος της Θράκης.
Γύρω στον 750 π.Χ. τα δύο σπουδαιότερα, θρακικά φύλα, που διαδραμάτισαν κυρίαρχο ρόλο στα δρώμενα του Παγγαίου στους ιστορικούς χρόνους, οι Ηδώνες ή Ηδωνοί και οι Πίερες, κατοικούσαν ακόμη στις προγονικές εστίες τους, οι πρώτοι στην πέραν του Στρυμόνος Μυγδονία, (αλλά και βόρεια του Παγγαίου και στην ανατολική ακτή της Χαλκιδικής και στη Θάσο) και οι δεύτεροι στους πρόποδες του Ολύμπου, την μέχρι και σήμερα καλούμενη Πιερία.
Ήδη όμως από τον 7ο αιώνα π.Χ. και μετά εκδιώκονται από τους πρώτους Μακεδόνες βασιλείς, οι μεν Πίερες από τον Περδίκα τον 1ο, οι δε Ηδώνες ή Ηδωνοί από τον Αλέξανδρο τον 1ο κι αναγκάζονται να μετακινηθούν στην εδώθε του ποταμού Στρυμόνα περιοχή και να εγκατασταθούν, οι μεν Πίερες στην νότια του Παγγαίου εκτεινόμενη Πιερία Κοιλάδα, ανατολικά μέχρι την σημερινή Ελευθερούπολη και νότια μέχρι και την θάλασσα, που πήρε έκτοτε το όνομά τους και ονομάστηκε Πιερικός Κόλπος, ενώ ο Θουκυδίδης μας λέει ότι στην καινούργια πατρίδα τους κατοίκησαν τον Φάγρητα και άλλα χωρία, οι δε Ηδώνες στην κάτω κοιλάδα του ποταμού Στρυμόνα και στο βορειοδυτικό Παγγαίο.
Κι άλλα όμως θρακικά φύλα κατοικούσαν πάνω και γύρω από το Παγγαίο, πολύ πριν έλθουν οι Ηδώνες και οι Πίερες.
Ήταν οι Σάτρες, που ζούσαν στις κορυφές του, οι Οδόμαντες, οι Παναίοι, οι Δερσαίοι, που ζούσαν στα βόρειά του και άλλοι.
Κάνω ένα ιστορικό άλμα κι επανέρχομαι στην απώτερη αρχαιότητα, για να επισημάνω ότι ήδη από τη νεολιθική εποχή και την εποχή του χαλκού, αλλά κύρια κατά την εποχή του σιδήρου, το νησί της Θάσου συνδεόταν πολιτιστικά με τους προϊστορικούς οικισμούς της απέναντι ακτής, όπως τον οικισμό του Ακροποτάμου, τον λόφο, πάνω στον οποίο αργότερα ιδρύθηκε η αποικία της αρχαίας Γαληψού, του\ Ντικιλί τάς, τους Σιταγρούς κ.λ.π. Στους τελευταίους αιώνες αυτής της περιόδου και ειδικότερα πριν τον 7ο αιώνα π.Χ., οπότε στην Θάσο κατοικούσαν θρακικά φύλα και φοίνικες άποικοι, οι σχέσεις τους με την απέναντι ακτή είναι βέβαιες.
Στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. και μετά τον αποικισμό της Θάσου από Παρίους, Πάριοι και Θάσιοι από κοινού εμφανίζονται στην απέναντι από τη Θάσο ακτή, έχοντας στο μάτι τους κυρίως τον πλούτο των μεταλλευμάτων του Παγγαίου, αποικίζουν ολόκληρη την ακτή αυτή, που την ονομάζουν Θασίων Ηπειρο ή Περαία και ιδρύουν, γύρω στα 650 π.Χ. τη Νεάπολη, τη σημερινή Καβάλα, ενώ σιγά – σιγά και ιδιαίτερα κατά τον 4ο αι. ολοκληρώνουν τα Θασίων Εμπόρια, δηλαδή τους παραλιακούς οχυρούς οικισμούς -αποικίες τους, κτισμένα πάνω σε θέσεις παλαιότερων οικισμών, εν πολλοίς θρακικής προελεύσεως. Τέτοια εμπόρια, που εξελίχθηκαν σε πραγματικές πόλεις - κράτη και βρίσκονταν στην παραλία απ’ όπου διέρχεται η σημερινή Εθνική Οδός Καβάλας – Θεσσαλονίκης, ήταν η Γαληψός, η Απολλωνία και η Οισύμη, αλλά και η πιερική πόλη Φάγρης, στη θέση του λόφου «Κανόνι» στο σημερινό χωριό Ορφάνι κι άλλοι ανώνυμοι οικισμοί, ένας από τους οποίους πιστεύω ότι ήταν και η Καρυανή, πολύ κοντά στον αρχαίο Φάγρη.
Ο χρυσός και το ασήμι του βουνού εξακολουθούν και στους αιώνες της κλασικής Ελλάδας να τραβούν, σαν μαγνήτες, Έλληνες και βάρβαρους.
Οι Πέρσες του Δαρείου και του Ξέρξη, τύραννοι και τυχοδιώκτες όπως ο Αρισταγόρας και ο Ιστιαίος από τη Μίλητο της Μ. Ασίας, Αθηναίοι με τον Κίμωνα και άλλους στρατηγούς τους, αλλά και με τον Άγνωνα, οικιστή της περίφημης αποικίας τους, της Αμφίπολης, οι Μακεδόνες του Φιλίππου και στο τέλος οι Ρωμαίοι του Αντώνιου και του Οκταβιανού (μετέπειτα Αυγούστου) συνωστίζονται γύρω από το βουνό και θέλουν να βάλουν στο χέρι τους τ’ αμύθητα πλούτη του.
Η Αμφίπολη, η ένδοξη αυτή μεγαλούπολη της περιοχής μας, που η μεγάλη της ιστορία και η φήμη της έκαναν τους ρωμαίους να την σεβαστούν και να την ανακηρύξουν ελεύθερη πόλη, αφήνοντάς την να λειτουργεί αυτόνομα, με την εκκλησία του Δήμου της και τους θεσμούς της, είναι φυσικό να επηρέασε άμεσα τη ζωή της αρχαίας Καρυανής, της οποίας η ιστορία ήταν έκτοτε στενά συνδεδεμένη με τη δική της.
Λίγο δυτικότερα από την Αμφίπολη, σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από τον Στρυμόνα, βρισκόταν η αποικία των κατοίκων ενός άλλου ελληνικού νησιού, της Άνδρου, η Άργιλος, την οποία βλέπετε ν’ ανασκάπτεται στ’ αριστερά της παλιάς εθνικής οδού Καβάλας – Θεσσαλονίκης, μετά τα Κερδύλλια.
Στην εποχή εξ άλλου που ιδρύονται οι παραπάνω ελληνικές αποικίες, πολύ κοντά στην Καρυανή, τα τρία σημαντικά Εμπόρια των Θασίων, η Απολλωνία, (που βρισκόταν εκεί περίπου που βρισκόταν αργότερα το Αρβανιτοχώρι), η Γαληψός (στην παραλιακή θέση Αειδαρόκαστρο της αγροτικής περιοχής Ακροποτάμου) και ιδιαίτερα ο Φάγρης, που ανασκάπτεται στο λόφο Κανόνι του Ορφανίου, αποτελούσαν τον άμεσο περίγυρο της Καρυανής και είχαν μαζί της κοινή πορεία στην ιστορία.
Όπως ήδη είπαμε, οι λόγοι που ώθησαν ολόκληρους λαούς, πόλεις-κράτη και χιλιάδες τυχοδιώκτες ν’ αγωνίζονται να βάλουν το πόδι τους στην περιοχή μας ήταν ο πλούτος αυτής της περιοχής, με τ’ αγροτικά προϊόντα των εύφορων πεδιάδων της, των Σερρών και των Φιλίππων, που αρδεύονται αντίστοιχα από τους ποταμούς Στρυμόνα και Αγγίτη, τα φημισμένα αμπέλια της, που παρήγαν τον ονομαστό στην αρχαιότητα βίβλινο οίνο, με τ’ απέραντα δάση της, που παρείχαν την περίφημη ναυπηγική ξυλεία, που την αξία της πρώτος διαπιστώνει ο Πέρσης στρατηγός Μεγάβαζος, του οποίου τα λόγια προς τον Πέρση Βασιλέα διέσωσε ο Ηρόδοτος (Ε, 23): Ω βασιλεύ, τί έκανες, που έδωσες το δικαίωμα σ' έναν ικανότατο και σοφό Έλληνα, (εννοεί τον τύραννο της Μιλήτου Iστιαίο), να κτίσει την Μύρκινο, όπου υπάρχει άφθονη ναυπηγήσιμη ξυλεία, ξύλα για κουπιά κι ασήμι!..", την πλούσια πανίδα της ξηράς, της θάλασσας και του ποταμού Στρυμόνα, (στον οποίο¨, μεταξύ άλλων, ψάρευαν χέλια, με τη μέθοδο της θόλωσης των νερών) και κυρίως με τα πολύτιμα μέταλλα του υπεδάφους της.
Αν σ’ όσα προαναφέραμε, προσθέσουμε κι ότι ελάχιστα χιλιόμετρα βορειότερα από την ακρόπολη της Καρυανής διερχόταν στην αρχαιότητα μια από τις σημαντικότερες οδούς των Βαλκανίων, η αρχαία ή κάτω οδός, που ένωνε τις πόλεις της Ελλάδος, από τη μια με το Ιόνιο πέλαγος και την Αδριατική κι από την άλλη με την ενδοχώρα της Θράκης και το Βυζάντιο, μια οδός που υπήρχε από την πρώιμη ήδη αρχαιότητα, που την είχαν χρησιμοποιήσει οι Παίονες, οι Βισάλτες, ο μυθικός βασιλιάς των Ηδωνών Θρακών του Παγγαίου Ρήσος, αλλά και πάμπολλα στρατεύματα, όπως αυτό του Μεγάβαζου κατά την εκστρατεία του κατά των Σιρριοπαιόνων και του Ξέρξη κατά την εκστρατεία του κατά των πόλεων της Ελλάδος, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αλλά κι αναρίθμητοι ταξιδιώτες, που μετέφεραν εμπορεύματα και ιδέες, αντιλαμβανόμαστε το ιστορικό, γεωγραφικό και κύρια οικονομικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο πρέπει να δούμε ενταγμένη την αρχαία Καρυανή και ν’ αρχίσουμε να μιλάμε ειδικότερα γι’ αυτήν, ξεκινώντας από την ετυμολογία του ονόματός της.
Μια εκδοχή αποδίδει το όνομα σε κάποια (ανύπαρκτη) πόλη Καρία, που ήταν χτισμένη κάπου εδώ γύρω, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή ιστορική ή αρχαιολογική αναφορά για την ύπαρξή της, μια άλλη στα πουλιά κάργιες, ενώ ο καθηγητής κ. Αθ. Καραθανάσης, στο βιβλίο του «Ο κόλπος του Ορφανού και η περιοχή του», μας πληροφορεί ότι σε ορισμένα λόγια κείμενα του 19ου αιώνα το χωριό εμφανίζεται ως Καραγιάννη και μας αναφέρει πως η τοπική παράδοση υποστηρίζει ότι το όνομα μπορεί να σχετίζεται με κάποιον συνώνυμο κτηματία της περιοχής.
Εκείνο όμως που αγνοούν οι πιο πάνω εκδοχές είναι ότι το όνομα της Καρυανής φαίνεται σε χρυσόβουλα βυζαντινών αυτοκρατόρων κι έγγραφα των Αγιορείτικων Μοναστηριών ήδη από το έτος 1081 μ.Χ. και μάλιστα γραμμένο με ύψιλον, όπως ακριβώς σήμερα, πράγμα που σημαίνει ότι είναι πολύ παλιότερο από τις σύγχρονες αυτές ερμηνείες του, από τις οποίες αυτή του κτηματία Καραγιάννη αποτελεί, προφανώς, προσπάθεια κάποιων λόγιων Ελλήνων, να εξηγήσουν ένα δυσερμήνευτο, ελληνικό όνομα, αγνοώντας όμως τις ιστορικές πηγές.
Τι πιστεύω λοιπόν εγώ; Ότι το όνομα του χωριού προήλθε από την ελληνική λέξη κάρυον (καρύδι), που έδωσε τ’ όνομά της και στις Καρυές του Αγίου Όρους, που βρίσκονται απέναντι. Γιατί λοιπόν όλες αυτές οι απίθανες εκδοχές κι όχι η προέλευση της ελληνικότατης Καρυανής από τη ρίζα κάρυ- και την αρχαία ελληνική κατάληξη πολλών αρχαίων πόλεων -ανή (π.χ. Αιανή Κοζάνης);
Η αποδεδειγμένη και όχι απλά υποθετική εμφάνιση της Καρυανής στην ελληνική ιστορία ξεκινάει από πολύ νωρίς:
Βόρεια του παλιού χωριού υπάρχουν ίχνη από αρχαία ακρόπολη, με χαμηλό περιτείχισμα, ενώ στ’ ανατολικά υπάρχουν αρχαία και βυζαντινά ερείπια κτισμάτων.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Nancy της Γαλλίας Paul Perdrizet, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε, ήδη από το 1894 δημοσίευσε ένα επιστημονικό άρθρο του, με τίτλο «ταξίδι στην Μακεδονία Πρώτη», (εννοώντας το πρώτο από τα τέσσερα κομμάτια της Μακεδονίας, στα οποία είχαν διαιρέσει διοικητικά οι Ρωμαίοι την Μακεδονία), ένα κεφάλαιο στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφερόταν και στις αρχαίες επιγραφές που είδε ο ίδιος στην παλιά Καρυανή.
Ο επιστήμονας, αφού πρώτα ανέφερε ότι η Καρυανή ήταν ένα ελληνικό χωριό, κτισμένο σε μια ορεινή περιοχή, μέσω της οποίας τα νερά της Πιερίας Κοιλάδας σχημάτιζαν δίοδο προς τη θάλασσα, έλεγε στη συνέχεια ότι το χωριό αυτό περιέκλειε αρχαία κατάλοιπα, προερχόμενα, (σύμφωνα με την δική του άποψη) από την αρχαία Γαληψό. Μια πιο προσεκτική, βέβαια παρατήρηση του χώρου δείχνει ότι ο καθηγητής δεν είχε δίκιο όταν έλεγε ότι τα αρχαία κατάλοιπα της Καρυανής προέρχονταν από τη Γαληψό, γιατί σήμερα γνωρίζουμε ότι γύρω και μέσα στην παλιά Καρυανή υπήρχαν αρχαίες οικιστικές εγκαταστάσεις.
Εκείνο όμως που έχει σημασία, είναι τι είδε στην παλιά Καρυανή ο καθηγητής, όταν πέρασε από εκεί πριν το έτος 1894:
Στην οικία κάποιου Χρήστου, γιου του Βασίλη, κοντά στο σχολείο, είδε μια επιγραφή του τέλους του 5ου αιώνα ή των αρχών του 4ου π.Χ. αιώνα, γραμμένη πάνω σε λευκό μάρμαρο.
Το τμήμα της που μπορούσε να διαβαστεί έγραφε ΔΙΟΣ ΕΡΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΟ ΚΑΙ ΔΙΟΣ ΚΤΗΣΙΟ, με γράμματα ελληνικά, της ιωνικής διαλέκτου. Ο Ζεύς κτήσιος ήταν ο θεός που προστάτευε κι αύξαινε τα αγαθά, τα προϊόντα και τα γεννήματα του σπιτιού. Την εικόνα του τοποθετούσαν οι αρχαίοι, σύμφωνα με τον Αρποκρατίωνα και τον Αθήναιο, μέσα στα κελάρια τους, ενώ μια επιγραφή από την Καρία της Μ. Ασίας τον κατέτασσε ανάμεσα στους σπιτικούς θεούς, (ενοικίδιοι θεοί), μαζί με τη θεά Τύχη, που κάνει τις δουλειές να πηγαίνουν καλά και τον Ασκληπιό, που προστατεύει από τις ασθένειες.
Ο Ζεύς έρκειος ήταν ο θεός που προστάτευε το έρκος, δηλαδή την εστία, τη φωτιά, το κέντρο του σπιτιού, όπου η οικογένεια, στην απώτερη αρχαιότητα, πρόσφερε λατρείες στους προγόνους.
Είχε το βωμό του στο κέντρο της αυλής των ανακτόρων των μυθολογικών Ελλήνων βασιλιάδων και ήταν, έτσι, ο προστάτης της οικογένειας και της οικιακής θρησκείας, ενώ οι αρχαίοι τον θεωρούσαν και προστάτη ολόκληρης της γενιάς κι όχι μόνο αυτής καθαυτής της οικογένειας.
Γνωρίζουμε, εξ άλλου, ότι αυτό το όνομα στο Δία το έδιναν οι Ίωνες, πράγμα που σημαίνει ότι Ίωνες ήταν αυτοί που κατοικούσαν στην Καρυανή στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ.
Ο καθηγητής στη συνέχεια είδε στο χωριό μια σειρά από επιτύμβιες στήλες, (νεκρικές επιγραφές) και συγκεκριμένα τις εξής:
Στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, στη βάση της Αγίας Τραπέζης, μια επιτύμβια στήλη που διέσωζε το όνομα κάποιου ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΥ και του πατέρα του, ΘΗΡΩΝΟΣ.
Εντοιχισμένη αρκετά ψηλά στον τοίχο του σχολείου, είδε μια επιτύμβια στήλη της ελληνιστικής εποχής, με ωραία, ελληνική γραφή. (Η ζωή, λοιπόν, συνεχίζεται στην Καρυανή και στον 3ο και 2ο αιώνα π.Χ.).
Η επιγραφή είναι γραμμένη πάνω σε αναθηματική στήλη, που απεικονίζει τον καλλωπισμό μιας γυναίκας. Πρόκειται για την ΑΡΙΣΤΟΚΛΕΙΑ, τη θυγατέρα του ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ.
Στην οικία του Χρήστου Παπαναστάση σωζόταν το πάνω τμήμα από μια όμορφη στήλη με διακοσμητικά φύλλα και ρόδακες, στην οποία σώζονταν μόνο τα γράμματα ΜΕΝ Η.
Στην ίδια οικία υπήρχε άλλο ένα θραύσμα επιγραφής, διακοσμημένης με ρόδακες, με το όνομα κάποιου ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ, ενώ κάτω απ’ αυτό το όνομα υπήρχε άλλο ένα, σβησμένο.
Στην ίδια πάντοτε οικία, μια μικρή στήλη με σχήμα καμπυλωτό, στο εμπρόσθιο μέρος της οποίας υπήρχε η επιγραφή ΝΙΚΟΒΟΥΛΗ ΦΙΛΙΣΚΟΥ ΗΡΩΙΣΣΑ.
Στην ίδια, τέλος, οικία υπήρχε μια τετράγωνη στήλη, στο πάνω μέρος της οποίας, μέσα σ’ ένα βαθουλωτό τετράγωνο υπήρχε ένα δένδρο, τον κορμό του οποίου αγκάλιαζε ένα φίδι και κάτω από το δένδρο υπήρχε ένας βωμός.
Γνωρίζουμε αυτό το μοτίβο από τα επιτύμβια ανάγλυφα που αφιέρωναν οι Θράκες του Παγγαίου (και όχι μόνο) στον θράκα Ήρωα ιππέα, ένα θεό του οποίου ένα ιερό ανασκάφηκε πριν χρόνια κοντά στα Κηπιά της Ελευθερούπολης, μόνο που σ’ εκείνα τ’ ανάγλυφα απεικονίζεται και ο ίδιος ο Ήρωας. Στην στήλη στην οποία αναφερόμαστε υπήρχε κι επιγραφή, που έγραφε ΗΓΙΣΙΠΟΛΙΣ – ΠΟΛΕΜΑΡΧΙΔΟΥ – ΑΔΥΜΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥ – ΕΠΙΚΡΑΤΗΣ ΠΟΛΕΜΑΡΧΙΔΟΥ.
Στον τοίχο, εξ άλλου, του νεκροταφείου, που υπήρχε γύρω από την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, βρισκόταν εντοιχισμένη μια ακόμη, λατινική αυτή τη φορά επιγραφή, που αποδεικνύει τη συνέχεια της κατοίκησης της παλιάς Καρυανής και στη διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης.
Στην τοποθεσία «Πιθάρι», ένα χιλιόμετρο ανατολικά από το λόφο όπου βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας Γαληψού, υπάρχουν ευρήματα ενός αρχαίου οικισμού από την πρώιμη εποχή του σιδήρου.
Μέρος του οικισμού κατέστρεψε η διάνοιξη της παραλιακής, εθνικής οδού, μια και ο οικισμός εκτεινόταν βόρεια της εν λόγω οδού, όπου είχαν βρεθεί και τάφοι του 6ου π.Χ. αιώνα.
Μια χάλκινη πόρπη, που βρέθηκε ανάμεσα στα μπάζα της περιοχής το 1974, πρέπει να προήλθε από τάφο της πρώιμης εποχής του σιδήρου, που σχετιζόταν μ’ αυτό τον οικισμό. Επίσης το 1974, κατά τη διάνοιξη της εθνικής οδού, είχαν βρεθεί και τέσσερις τάφοι της αρχαϊκής εποχής, που προέρχονταν από κάποιο ιερό της Δήμητρας, το οποίο διέσχισε η εν λόγω καταστροφική οδός.
Ορισμένες πλίνθοι από πωρόλιθο και μάρμαρο, καθώς και κομμάτια από σπασμένα, αττικά αγγεία του 6ου αιώνα π.Χ. σχετίζονται με το ιερό αυτό. (2 και 3)
Στην περιοχή «Παλιόκαστρο» αποκαλύφθηκαν αρχαίοι τάφοι, επιτύμβια στήλη και μυκηναϊκά όστρακα. Ειδικά η παρουσία της μυκηναϊκής κεραμικής, σε μια περιοχή τόσο μακρινή από τα μυκηναϊκά κέντρα της νότιας και κεντρικής Ελλάδας, δείχνει την ζωηρή, εμπορική σχέση της περιοχής με τα κέντρα αυτά.
Στη θέση Πύργος της Καρυανής ανακαλύφτηκαν δύο τάφοι της υστερορωμαϊκής εποχής. Ο πύργος κτίστηκε στην ύστερη, βυζαντινή περίοδο και θα μιλήσουμε γι’ αυτόν και στη συνέχεια, όπως κι ο άλλος πύργος, της Απολλωνίας, λίγα χιλιόμετρα ανατολικότερα.
Στη ρωμαϊκή περίοδο η παλιά Καρυανή, η οποία, όπως είδαμε από τα τυχαία, αρχαιολογικά ευρήματα, (πόσο μάλλον αν διενεργηθεί και κάποια συστηματική έρευνα και ανασκαφή), υπήρχε, οπωσδήποτε, ως ένας μικρός οικισμός, ενταγμένος, όπως όλη η ανατολική Μακεδονία, στην πρώτη από τις τέσσερις μερίδες της Μακεδονίας, στην ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗ, όπως έγραφαν τα νομίσματα που εκδίδονταν στην Αμφίπολη, η οποία έγινε πρωτεύουσα της Μερίδας.
Η οικονομική ανάπτυξη της περιοχής ήταν μεγάλη και σ’ αυτή την περίοδο οι Θάσιοι εξακολουθούσαν, ακόμη και στη ρωμαϊκή εποχή, να διατηρούν υπό στοιχειώδη έλεγχο το ανατολικά της Νεαπόλεως (Καβάλας) εκτεινόμενο τμήμα της Ηπείρου ή Περαίας τους, ενώ γνωρίζουμε κι ότι από τα Εμπόρια των Θασίων ο Φάγρης (που τον αναφέρει ο Στράβων) και η Απολλωνία (που την αναφέρουν ο Στράβων, ο Πλίνιος και ο Πομπώνιος Μέλα), επιβίωσαν και στη ρωμαϊκή εποχή.
Στη γειτονική Γαληψό, εξ άλλου, αποδόθηκαν κατά καιρούς κάποια ευρήματα από την παλιά Καρυανή. Αναφερόμενοι στη ρωμαϊκή περίοδο, επισημαίνουμε τα εξής ανάγλυφα, που δημοσίευσε ο Έφορος Αρχαιοτήτων Καβάλας Γεώργιος Μπακαλάκης, μαζί με τον Γ.Ε. Μυλωνά, σε άρθρο τους με τίτλο «Γαληψός, Θασίων εμπόριον», ως ευρεθέντα μεν στην παλιά Καρυανή, πλην δήθεν προελθόντα από τη Γαληψό, πράγμα που όμως δεν δεχόμαστε, για τους λόγους που ήδη εκθέσαμε, θεωρώντας ότι μάλλον αυτά ανήκαν στην ίδια την αρχαία και στη συνέχεια ρωμαϊκή Καρυανή:
Στην οικία του Ελευθερίου Κ. Καρδαμυλιώτη βρέθηκε ένα επιτύμβιο ανάγλυφο, με το γνωστό θέμα των νεκρικών δείπνων, που χρονολογήθηκε στους τελευταίους, ρωμαϊκούς χρόνους.
Το ανάγλυφο είναι χωρισμένο με ταινία σε δύο τμήματα. Στο κύριο τμήμα υπάρχουν τέσσερις μορφές, ανδρικές και γυναικείες, εναλλασσόμενες.
Οι γυναίκες μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, όχι όμως και οι άνδρες του αναγλύφου, μια κι ο ένας τους είναι νέος, χωρίς γένια, με χιτώνα και ιμάτιο, ενώ ο άλλος είναι ηλικιωμένος.
Στο άλλο τμήμα του αναγλύφου υπάρχει το νεκρικό τραπέζι, με τρία πόδια, πάνω στο οποίο υπάρχουν καρποί, ενώ γύρω από το τραπέζι έχουμε ένα νεαρό δούλο και μια νεαρή δούλη.
Στην Καρυανή επίσης και στην οικία του Ιωάννη Κατρίτη, σύμφωνα με τους ανωτέρω αρχαιολόγους, βρέθηκε και τμήμα μαρμάρινης λεκάνης, που μπορεί ν’ αναχθεί στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους και φέρει πάνω της την επιγραφή «ΜΕΜΝΗΣΘΑΙ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΠΡΟΣΕΝΕΓΚΑΝΤΟΣ».
Το θαυμάσιο, αλλά μισοκατεστραμμένο, μεγάλο γεφύρι της παλιάς Καρυανής, που ένωνε τις δύο όχθες ενός μεγάλου χειμάρρου, ανατολικά του χωριού και στα δύο άκρα του οποίου φαίνονται οι απολήξεις ενός παλιού δρόμου, παρουσιάζει ίχνη από δύο τουλάχιστον φάσεις κατασκευής, μια οπωσδήποτε νεώτερη, μια όμως σαφώς υστερορρωμαϊκή – πρωτοβυζαντινή,
Στη βυζαντινή περίοδο η Καρυανή είναι βέβαιο ότι αποτελεί οικισμό κατοικούμενο από Έλληνες, χαρακτήρα που διατηρεί μέχρι και το τέλος της οθωμανικής κατάκτησης, με υπερέχοντα, πληθυσμιακό στοιχείο το Ελληνικό, όπως θα δούμε πιο κάτω.
Υπάρχει, κατ’ αρχάς, μια αναφορά ότι στα 1185, κοντά στην Καρυανή οι βυζαντινοί κατατροπώνουν τους Νορμανδούς», ενώ γνωρίζουμε ότι αυτοί οι τελευταίοι ταλαιπώρησαν ιδιαίτερα την περιοχή, όπως λίγο αργότερα (1196) έκανε κι ο Βούλγαρος τσάρος Ασάν, με τις επιδρομές του.
Στη μεταγενέστερη, βυζαντινή περίοδο, η αυτοκρατορία ήταν χωρισμένη σε μεγάλες, διοικητικές περιφέρειες, τα θέματα, τα οποία, στους τελευταίους αιώνες της βυζαντινής κυριαρχίας είναι χωρισμένα σε μικρότερα τμήματα, τα κατεπανίκια, (από το όνομα του άρχοντα αυτών, που λεγόταν «κατ’ επάνω»).
Η Καρυανή λοιπόν ανήκε στο Θέμα Σερρών και Στρυμόνος, που ιδρύθηκε μεταξύ 809-899 και στους τελευταίους βυζαντινούς αιώνες (μετά το 1261) ανήκε σε μια μικρότερη, διοικητική υποδιαίρεση, το κατεπανίκιον της Ποπολίας ή Λυκοσχίσματος.
Ένα σημαντικό μνημείο, που σχετίζεται με την Καρυανή, αυτή την περίοδο των ύστερων, βυζαντινών χρόνων, είναι ο «Πύργος της Κάριανης» (και μάλιστα το Κάριανης με γιώτα), που περιγράφεται σε άρθρο του A. Dunn με τίτλο «Byzantine topography at southeastern Macedonia», που δημοσιεύτηκε στον τόμο Μνήμη Λαζαρίδη. Πόλις και Χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη.
Ο συγγραφέας, επιφανής βυζαντινολόγος, αναφέρεται προφανώς στον Πύργο της Απολλωνίας, για να πει όμως ότι η κοντινότερη προς αυτόν βυζαντινή εγκατάσταση είναι η Κάριανη (με γιώτα), που την ονομάζει ο ίδιος και παλιά Καρυανή.
Είναι επίσης σημαντικό ότι ο συγγραφέας αναφέρεται σ’ ένα ελληνικό ναυτικό εγχειρίδιο του 16ου αιώνα, στο οποίο ο πύργος της Απολλωνίας αποκαλείται πύργος της Κάριανης.
Πέραν όμως των ανωτέρω, εκείνο που δεν γνώριζε ο συγγραφέας είναι το ότι υπήρχε κι άλλος ένας πύργος, νότια του σημερινού χωριού Καρυανή, κάτω από την παραλιακή, εθνική οδό, του οποίου ίχνη υπάρχουν μέχρι σήμερα.
Ο πύργος αυτός ερευνήθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Καβάλας το έτος 1966, οπότε χαρακτηρίσθηκε ως βυζαντινός από την αρχαιολόγο κ. Χάϊδω Κουκούλη – Χρυσανθάκη.
Ο καθηγητής Γ.Κ. Παπάζογλου, εξ άλλου, στο βιβλίο του «Μεταφρασμένα, τούρκικα έγγραφα του μετοχίου «Ορφάνη», της μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους (1535-1733), Καβάλα 1987, θεωρεί ότι αυτός ο δεύτερος πύργος της παραλίας της Καρυανής είναι ο πύργος του προαναφερθέντος μετοχίου του Αγίου Ιωάννη, της ιεράς Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους.
ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΩ, ΒΛΕΠΕΤΕ:
1η : Την θέα από την παλιά Καρυανή προς τα νότια.
2η έως 5η: Ίχνη αρχαίων κτισμάτων
6η έως 10η: Το μισογκρεμισμένο, αρχαίο γεφύρι.
11η έως 13η: Ίχνη του τείχους της αρχαίας πόλης.
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ












