γράφει ο

Δημήτρης Λυμπεράκης

 

Σαν χτες ήταν που, ένα χρόνο πριν, προσπαθούσαμε να ερμηνεύσουμε τις αναπάντητες απορίες μας, την οργή μας και την αγανάκτησή μας για το φοβερό που είχε συμβεί.

 

Νύχτα ήταν τότε που αφαιρέθηκε η άνοιξη από τα νεανικά κορμιά κι αυτά έγιναν σύννεφα, 57 σύννεφα, όσα και οι βλασφημίες των ζωντανών υπαίτιων.

 

Νύχτα ήταν.

 

Βουβή νύχτα που το σίδερο και η φωτιά άγγιξε 57 κόκκινα γαρύφαλλα και μετά συνάντησε το κακό και το κακό συνάντησε τα παιδιά κι αναμετρήθηκε μαζί τους και τα νίκησε.

 

Νύχτα ήταν που όλοι ανταμώσαμε τις αντοχές μας και τη μειωμένη λογική μας από τις πολλές προσπάθειές μας να δώσουμε απαντήσεις σε ερωτήματα που βασάνιζαν τις καρδιές μας.

 

Δε χώραγε πουθενά το μαντάτο.

 

Και μετά το ξημέρωμα μας βρήκε σφιχταγκαλιασμένους με τις κραυγές και το θρήνο.  Μας βρήκε με εκείνο το «ζακέτα να πάρεις». Μας βρήκε με κείνο το αναπάντητό «έφτασες;»

 

Και έπαψαν να είναι τα παιδιά των άλλων. Κι έγιναν δικά μας. Που μεγάλωσαν με μητρικές φροντίδες, που ακούμπησαν οι γονείς τους πάνω τους ελπίδες κι όνειρα για ένα μέλλον που δεν ήλθε ποτέ.

 

Γιατί εκείνα τα παιδιά έγιναν σύννεφα. Που τα πήρε ο άνεμος και τα απόθεσε σε κάτι παράξενα νεκροκρέβατα με πολλά πολλά λουλούδια. Για να έχουνε για παρέα αυτά τα λουλούδια. Για να μυρίζουν οι ανάσες τους κι οι αναστεναγμοί τους για τις γιορτές που ποτέ δε θα ζήσουν, για τις σπουδές που ποτέ δε θα κάνουν, για τις καινούργιες μέρες που ποτέ δεν θα αντικρύσουν, για τα δικά τους παιδιά που ποτέ δε θα αγκαλιάσουν, που ποτέ δε θα παίξουν μαζί τους, δε θα ακούσουν να τους αποκαλούν «πατέρα» και «μάνα»

 

Και άφησαν πίσω τους τα σταυρουδάκια τους και τα φυλαχτά, δώρα των γιαγιάδων τους. Κι άφησαν πίσω τους τις γλυκές αγκαλιές των παππούδων και το καμάρι των πατεράδων τους, τότε που περνούσαν στο Πανεπιστήμιο. Κι έγιναν με μιας άδεια πουκάμισα κι άδεια μπουφάν και γυαλιά για τον ήλιο.

 

Και, όταν συναντιούνται, εκεί πάνω, αγκαλιάζει το ένα το άλλο, γιατί ακόμη δεν έχουν συνηθίσει τη μοναξιά του θανάτου. Και στήνουν το αφτί τους ν ακούσουν αυτούς που κλαίνε γοερά. Τρέχουν τότε με τα παιδικά κουβαδάκια τους στα χέρια να συγκεντρώσουν τα δάκρυα των μανάδων και των πατεράδων τους και των αδελφών τους και των φίλων τους και των δασκάλων τους και όλων, όσοι σκιρτούμε από αυτό το οδυνηρό φευγιό της νιότης τους.

 

Και οι μανάδες μένουν  με το αναπάντητο «Μα δεν πρόλαβα να σε χορτάσω»

 

Κι όλα τα φύλλα κάνουν ένα παράξενο θρόισμα από αυτήν την κραυγή οδύνης

 

Και τα πουλιά κρύβουν τα κεφαλάκια τους μέσα στις φτερούγες τους υποκλινόμενα στην οδύνη των μανάδων.

 

Και κανένας μας δε δικαιούται να κοιμηθεί ξανά, πριν αποδοθεί ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.

 

Και να κάνουμε θόρυβο για να διαμαρτυρηθούμε για το έγκλημα.

Να κάνουμε θόρυβο φωνάζοντας να μη συγκαλυφθεί ένα τέτοιο φονικό.

Και τους μπουρδολόγους- ρασοφόρους που προτρέπουν σε βουβό πόνο να τους προτρέψουμε να είναι εγκρατείς στην βλακεία και τη πονηρία τους.

 

Δεν ξέρω τί κάνουν εκεί πάνω τα δολοφονημένα παιδιά, ένα χρόνο μετά. Μπορεί να βρήκαν παρέες. Μπορεί να σερφάρουν στο Ιντερνετ των ουρανών. Μπορεί να στέλνουν μηνύματα σε μία γλώσσα που μιλιέται μόνο εκεί πάνω. Μπορεί να μετρούν τα λεφτά τους για να δουν αν βγαίνει το νοίκι του επόμενου μήνα.  Μπορεί να ροκάρουν. Μπορεί να τραπάρουν αντάμα με τα ποτάμια που φέρνουν τα νερά της αποτυχίας μας.

 

Δε γνωρίζω. Είμαι κι εγώ ένας πατέρας που νιώθω τη τραγικότητα, που λυγίζω από το σπαραγμό των άλλων πατεράδων, που γίνομαι ένα με τους γονείς που φωνάζουν «Μα δεν πρόλαβα να σε χορτάσω».

 

Προσπαθώ να σωρεύσω φως και γλυκάδα και ζεστασιά για ν αντιμετωπίσω τη φρίκη και τη σαπίλα. Να φτιάξω τα δικά μου φωτοβολταϊκά της καρδιάς.

 

Να ζητήσω να μη λησμονηθει το έγκλημα.

 

Να αποδοθεί ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

 

*Λυμπεράκης Δημήτρης, Εκπαιδευτικός