

γράφει ο Ευριπίδης Ταρασίδης
Η απώλεια ενός ανθρώπου επηρεάζει πρωτίστως τους δικούς του ανθρώπους. Οι υπόλοιποι συνεχίζουμε τις ζωές μας, ίσως με ένα πρόσκαιρο βάρος, ίσως με μία φευγαλέα θλίψη. Θα γυρίσουμε σπίτι μας και θα δούμε εκεί τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα. Κι αυτό μας απομακρύνει από οποιονδήποτε πόνο της απώλειας ενός ανθρώπου, που δεν είναι δικός μας.
Έτσι είναι και με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη. Που όσο και να τον γνωρίζαμε, άλλοι πολύ, όπως οι σύντροφοί του στη Θεσσαλονίκη, οι μαθητές του, οι συναθλητές του, άλλοι λιγότερο, όπως εμείς οι υπόλοιποι, που μπορεί να συναναστραφήκαμε για λίγο μαζί του, να τον είδαμε στην τηλεόραση, να συμφωνήσαμε ή να διαφωνήσαμε για τις πολιτικές του θέσεις, δεν νιώθουμε τον πόνο της απώλειας που βαραίνει σήμερα τους δικούς του.
Κι όλα αυτά θα ήταν 100% σωστά, αν ο Αλέξανδρος δεν άφηνε αυτό το σπαρακτικό μήνυμα στα κοινωνικά δίκτυα. Αν, μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν επιβεβαίωνε ότι η πρόσκαιρη πλάνη που ζούμε, η ζωή, δεν έχει καμία αξία, αν δεν σταθούμε αντάξιοί της εμείς.
Η κίνησή του αυτή είναι μεγαλειώδης. Με κίνδυνο να φανώ υπερβολικός, θα πω ότι είναι μία από τις κορυφαίες γραπτές «διαθήκες» στην πρόσφατη ιστορία του τόπου μας.
Σκεφτείτε το για λίγο. Φανταστείτε τον εαυτό σας να γνωρίζει ότι το τέλος πλησιάζει. Στην καλύτερή σας ηλικία, γνωρίζοντας ότι θα αφήσετε πίσω τον άνθρωπο που λατρεύετε και δύο παιδιά που δεν είδατε να μεγαλώνουν, να πηγαίνουν σχολείο, να ερωτεύονται. Σκεφτείτε τι θα κάνατε αν σας νιώθατε ότι οι αναπνοές είναι μετρημένες.
Θα κάνατε αυτό που έκανε ο Αλέξανδρος;
Θα σκεφτόσασταν τους άλλους; Θα στέλνατε μέχρι και την τελευταία σας στιγμή ένα κοινωνικό μήνυμα, μπας και πείσετε κανέναν να αλλάξει ζωή, για να ζήσουμε όλοι μας περισσότερο ανθρώπινα;
Ο Αλέξανδρος το έκανε.
Δεν θα καταριόσασταν την μοίρα σας, που έτυχε σε εσάς;
Εκείνος δεν το ‘κανε. Ευχαρίστησε την ζωή, ευχαρίστησε τους γιατρούς που του χάρισαν δύο χρόνια ζωής, που η εικόνα του κατάφερε να αποτυπωθεί στο μυαλό της μεγάλης του κόρης.
Δεν παραπονέθηκε που του έτυχε μία από τις πιο σπάνιες περιπτώσεις καρκίνου στον κόσμο. Έγραψε, με καταβεβλημένο οργανισμό, με τον θάνατο μπροστά του, ότι είναι τυχερός, ευλογημένος, γεμάτος. Στα 42 του.
Ευχαρίστησε την τύχη του που δεν είχε αυτήν την ατυχία η οικογένειά του και το σήκωσε-κι αυτό το βάρος-εκείνος.
Έστειλε το δικό του μήνυμα για τη σημασία δημιουργίας ενός ποιοτικού και δωρεάν συστήματος υγείας.
«Αν είμαι εγώ ο πρώτος καταγεγραμμένος ασθενής με καρκίνωμα nut στην χώρα μας, ας γίνω η αφορμή για την ενημέρωση γιατρών, ασθενών, πάνω σε αυτόν τον τύπο καρκίνου που αν διαγνωσθεί εγκαίρως ίσως σωθούν ζωές».
Σκεφτείτε πόσο σπάνιο είναι για έναν άνθρωπο, να θέλει να σώσει μέχρι τις τελευταίες του στιγμές ανθρώπους που δεν θα γνωρίσει ποτέ του. Πόσο σπουδαίο είναι να έχει ως πυξίδα του την υπεράσπιση κάθε ζωής, την αλληλεγγύη, την αγάπη. Πόσο υπέρτατο είναι να σκέφτεται ότι τα μετάλλια του, που άλλοι θα τα φορούσαν παντού, δεν αξίζουν αν δεν βοηθήσουν στην εμπέδωση των παναθρώπινων αξιών που ορίζει ο αθλητισμός.
Εκεί, στο τέλος του δρόμου του, πόσο σπουδαίο είναι που δεν κοιτά μονάχα πίσω, αλλά κοιτά πλάι του, για να βρει τα παιδιά που μπορεί ακόμα να σώσει, γιατί τότε «θα αξίζει κάθε κλωτσιά που έχω φάει στο κεφάλι, κάθε κάταγμα στα πόδια μου». Υπέρτατο.
Σε έναν κόσμο που ο ατομικισμός γίνεται θρησκεία, τα «εγώ» γιγαντώνονται, οι ανισότητες διευρύνονται.
Σε μία εποχή τεράτων, που το κέρδος, η αναγνώριση, η ψευτοχλιδή, τα κότερα, τα ελικόπτερα, τα γούστα τ’ ακριβά είναι ζητούμενο. Σε μία χώρα που οι παιδοβιαστές κατηγορούν τις βιασμένες, που οι άντρες σκοτώνουν τις γυναίκες, που άνθρωποι πεθαίνουν μόνοι.
Σε μία στιγμή που οι τηλεοράσεις κερνάνε πόνο, που οι παρουσιαστές ράβουν τα πένθιμα κοστούμια τους αυξάνοντας τα μηδενικά στους τραπεζικούς του λογαριασμούς, που τα κάτασπρα δόντια, τα υπέροχα μαλλιά, τα τεράστια γυναικεία πόδια, τα ατίθασα ανδρικά μούσκουλα γίνονται πρότυπα.
Σε έναν τόπο που η σαπίλα γίνεται συνήθεια, η λαμογιά συνθήκη, ο κουτσαβακισμός εργαλείο.
Σε έναν πλανήτη που στενάζει να σταθεί ζωντανός όσο αντέχει, που δεν μπορεί να θρέψει όλα τα παιδιά του, που δεν γνωρίζει πόσο θα τον βγάλει. Σε μία συγκυρία που είναι κουλ να είσαι «γαμάουα», να κάνεις πλακίτσα με αδύναμους, να είσαι αλαζόνας, να λες και μετά να ξελές, να μην σε νοιάζει τι θα λένε για σένα αφότου φύγεις, να σε νοιάζει μόνο ο κώλος σου και τίποτα άλλο.
Σκεφτείτε, πόσο σπάνιο είναι να σκέφτεσαι τους άλλους, πάντα και παντού.
Πόσο υπέροχο είναι να θέλεις να αφήσεις κάτι πίσω σου, σαν έναν σπόρο, που το δέντρου του δεν θα το δεις ποτέ.
Πόσο μεγαλειώδες είναι να ζεις ανιδιοτελώς.
Τώρα, λοιπόν, το να είσαι Αλέξανδρος Νικολαΐδης, είναι η λύση.
Και αν ακόμα θέλουμε να ζήσουμε μια όμορφη ζωή, εμείς και όποιος τύχει να γεννηθεί σ’ αυτό τον κόσμο, έχουμε την υποχρέωση να αγγίξουμε λίγο απ’ την μεγαλοσύνη, την αλληλεγγύη και την λεβεντιά που βγάζει το τελευταίο κείμενο του Αλέξανδρου.
Το κείμενο που είναι ολόιδιο με τη ζωή που ήθελε να ζήσει.
O Captain! my Captain! rise up and hear the bells;
Rise up—for you the flag is flung—for you the bugle trills,
For you bouquets and ribbon’d wreaths—for you the shores a-crowding,
For you they call, the swaying mass, their eager faces turning;
Here Captain! dear father!
This arm beneath your head!
It is some dream that on the deck,
You’ve fallen cold and dead.