Η Μανίνα Ζουμπουλάκη γράφει για την Καβάλα, με αφορμή την επίσκεψή της στην πόλη, και την εμπειρία της στο Δασαρχείο.

 

«Ευκαιρία ψάχνω να «ανέβω» στην Καβάλα, παρά τα πανάκριβα εισιτήρια και τις ντιπ άβολες πτήσεις - η πρωινή αναχώρηση από Αθήνα στις 6.55 π.μ. είναι για να σε κλαίνε οι ρέγκες εσένα που ταξιδεύεις, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα: μου αρέσει να πηγαίνω στην Καβάλα, για δουλειές, για τριήμερα στην διάρκεια των οποίων συνέρχομαι ψυχο-σωματικά, ποιος ξέρει γιατί. Ίσως επειδή είναι η πόλη που μεγάλωσα και επίσης η πόλη στην οποία πάω με τα πόδια στη θάλασσα, και κάνω υπέροχο μπάνιο στην Ραψάνη χαζεύοντας τις πολυκατοικίες της παραλίας – λες κι είσαι στη Γλυφάδα, αλλά με καλύτερη θάλασσα, παραλία και αμμουδιά. Δεν χάνω ευκαιρία, λοιπόν.

 

Αυτή τη φορά «ανέβηκα» (όπως λέμε όλοι οι Καβαλιώτες από την Αθήνα) για ένα μικρό κτήμα που είχε αγοράσει ο μπαμπάς μας το μακρινό 1987 στη Θάσο, σε μια πλαγιά έξω από τον Λιμένα. Η πλαγιά είχε ελιές τότε, και «πεζούλες», αλλά με τα χρόνια έγινε σαν την φράντζα του Τζίμι Χέντριξ: πυκνοί θάμνοι, βατσινιές, φτέρες, βελανιδιές και αγριόχορτα έσφιξαν τις αγριελιές, τα πλατάνια στην κορυφή έγιναν θεόρατα, οι καστανιές και οι οξιές επίσης.

 

Τέλος πάντων εμείς, τα τρία αδέρφια, το θέλουμε το κτηματάκι επειδή ο μπαμπάς μας αγαπούσε πολύ τη Θάσο την οποία αγαπάμε κι εμείς. Φανταζόμαστε τα παιδιά μας να στήνουν αντίσκηνα και τροχόσπιτα ανάμεσα στις αγριελιές, αφού καθαρίσουν πρώτα τις βατσινιές, αφού φέρουν εκσκαφέα να ανοίξει δρόμο, αφού βγάλουν πολλά λεφτά, κάτι δηλαδή που δεν καταφέραμε εμείς καθόλου. Συζητάμε για τις μελλοντικές διακοπές των παιδιών μας, έξι συνολικά, σε ένα νησί στο οποίο ο παππούς τους έζησε πολλά ευτυχισμένα χρόνια, με λεφτά και κυρίως χωρίς λεφτά.

 

Όλες αυτές οι συζητήσεις εκκρεμούν, όπως και όλα τα κτήματα που αντίστοιχα εκκρεμούν ως ιδιοκτησίες ή δασικές εκτάσεις στα δασαρχεία της χώρας. Ανέβηκα λοιπόν στην Καβάλα και (πάλι) ανέβηκα νωρίς το πρωί στον Άγιο Λουκά, βορειο-δυτική συνοικία της Καβάλας στην οποία είχα χρόνια να περπατήσω… και το αναφέρω το περπάτημα επειδή είναι στοιχείο της πόλης – την βλέπεις καλά μόνον όταν την περπατάς: έχει στενά που δεν περνιούνται από αμάξια, μικρά αδιέξοδα που βγάζουν σε κήπους, αμέτρητες σκάλες που ανεβοκατεβαίνουν τις πλαγιές, φιδο-ειδή μονοπάτια ανάμεσα σε πολυκατοικίες.

 

Είναι λες και η μισή πόλη χτίστηκε επί Τουρκοκρατίας και Βουλγαροκρατίας, για να μπερδεύει τους κατακτητές όταν έβγαιναν για παιδομάζωμα στα δρομάκια (όπως λέει ο Νίκος Τσιφόρος στην «Ιστορία της Αθήνας»: τα στενά, μπερδευτικά δρομάκια ήταν επίτηδες φτιαγμένα έτσι, ώστε να φυγαδεύουν οι κάτοικοι τα παιδιά τους όταν ορμούσαν τη νύχτα οι χατζάρες να τα μαζέψουν). Η μισή πόλη είναι παλιά λοιπόν, και όχι μόνον η ορίτζιναλ Παλιά Πόλη με το καταπληκτικό ξενοδοχείο πολυτελείας/πρώην πτωχοκομείο «Ιμαρέτ», όχι μόνον οι συνοικίες που είναι βίντατζ με τη βούλα, παρά γειτονιές-εκπλήξεις εκεί που δεν τις περιμένεις. Η άλλη μισή πόλη, πάλι, είναι μοντέρνα χωρίς δισταγμό, σα να πήρε φόρα απότομα και να έγινε πολυκατοικιούπολη μέσα σε μια μέρα. Ή μια τριακονταετία, που όταν την κοιτάς προς τα πίσω μοιάζει με μέρα.

 

Ο Άγιος Λουκάς είναι μια τέτοια χαρακτηριστική Καβαλιώτικη συνοικία – στα στριφογυριστά ανηφορικά/κατηφορικά δρομάκια και τα γλιστερά σκαλάκια της γράφεται ή μάλλον διαβάζεται από τον επισκέπτη η Ιστορία της πόλης. Το Δασαρχείο είναι «πιο πάνω» από το μεγάλο στρατόπεδο (όλα στην Καβάλα είναι «πιο πάνω» από κάτι, ειδικά αν ανεβαίνεις με τη γλώσσα έξω). Η Εποπτεία Διεύθυνσης Δασών Νομού Καβάλας πιάνει μια συνολική έκταση 1.719.120 στρεμμάτων, ανάμεσα στον ποταμό Στρυμόνα από Δυτικά και τον Νέστο Ανατολικά. Φτάνει μέχρι την υψηλότερη κορυφή, το Μάτι του όρους Παγγαίου (1.256 μέτρα) και τις ευρύτερες περιοχές Παγγαίου, Συμβόλου, Νέστου με το υπέροχο παραποτάμιο δάσος του, Καβάλας και Θάσου.

 

Ο Νέστος έχει υ-πέ-ρο-χο δάσος, Παρανέστιο Δάσος, το επισημαίνω επειδή μικραίνει με τα χρόνια κι είναι κρίμα, θυμάμαι να μαζεύουμε κούμαρα όταν είμασταν μικρά στο πυκνό, μυρωδάτο δάσος του Νέστου, σίγουρες ότι θα πεταχτεί η Κοκκινοσκουφίτσα από κάποια μεριά, ή ο Κακός Λύκος, έστω. Σε πολλά σημεία οι ακτίνες του ήλιου δεν έφταναν μέχρι το έδαφος, που ήταν πλούσιο σε μανιτάρια, αγριοφράουλες και βατόμουρα, ανάλογα με την εποχή. Μπορεί να το θυμάμαι έτσι, με απειλητική μουσική υπόκρουση Τσαϊκόφσκι, επειδή πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Αλλά είδα πρόσφατες φωτογραφίες, το δάσος μαζεύτηκε δυστυχώς, χωρίς να αλλάξει πολύ, ευτυχώς. Εξακολουθεί να είναι σαν σκηνικό ταινίας θρίλερ, με κούμαρα. 

 

Τέλος πάντων είμαι υπέρ του δάσους, της Φύσης που κατακτάει ό,τι της ανήκει – όσο είχαμε εξοχικό σπίτι στη Θάσο, δεν ξεριζώσαμε καμιά αγριοσυκιά, ακόμα κι όταν ξήλωνε τις πλάκες της βεράντας με τις ρίζες της. «Δικό τους χώμα είναι, εμείς είμαστε τουρίστες εδώ», έλεγε ο μπαμπάς μας. Και κανένας στην οικογένεια δεν έκοψε ποτέ ούτε μισό δένδρο.

 

Το καλοκαίρι που ανέβηκα με χίλια ζόρια στο «κτήμα», όπως λέμε τα 4,5 στρέμματα στην πλαγιά της Θάσου, έκοψα βατόμουρα και κοίταξα γύρω μου την πυκνή πρασινάδα. Τα παιδιά μας έχουνε πολλή δουλειά μπροστά τους, σε είκοσι χρόνια και αν το κτήμα περάσει κάποτε στα χέρια τους, πρέπει να ανοίξουν δρόμο για να ανεβαίνουν την πλαγιά, να μη τρώνε τα γονατάκια τους στο μονοπάτι, μετά να ξεχερσώσουν τους θάμνους, να ξηλώσουν τις βατομουριές… ή να κάνουν όπως ο παππούς τους, να στήσουν προσεκτικά τις σκηνές τους κάτω από τις αγριελιές χωρίς να ξηλώσουν τίποτα. Υπάρχει χώρος για ένα ξύλινο τραπέζι, μια τέντα, μια μεγάλη οικογενειακή σκηνή. Και τα καλύτερα βατόμουρα του καλοκαιριού βγαίνουν σε αυτήν ακριβώς την πλαγιά…

 

Κατέβηκα από τον Άγιο Λουκά με προσοχή, γλιστρώντας και αγκομαχώντας, με το σοκ της ηλικίας – τελευταία φορά είχα κάνει αυτή τη διαδρομή πετώντας, στα 17 μου, τα οποία 17 έχω αφήσει προ πολλού πίσω μου. Είχε ωραίο ήλιο, μαζί με την ελαφριά δροσιά που κατεβαίνει από τα βουνά ή ίσως τα ποτάμια της Βόρειας Ελλάδας. Φαντάστηκα το αεράκι να περνάει πάνω από τον Νέστο, μέσα από το πυκνό δάσος, στις όχθες του Στρυμόνα, στις κορυφές του Παγγαίου, κι έπειτα να φτάνει ανάλαφρο μέχρι τις άσπρες και γαλανές παραλίες της Καβάλας. Η πόλη είναι πανέμορφη, με το απλωμένο λιμάνι, με τα Ιστορικά μνημεία της να λάμπουν στον ουρανό… Λίγες μέρες πριν «ανέβω», ο συγγραφέας Φώτιος Θαλασσινός μου είχε πει ότι ζει στην όμορφη Κω το χειμώνα, από την οποία κατάγεται, κι ότι «Είναι πολύ εύκολο να πάει κάποιος να ζήσει σε ένα νησί ή παραθαλάσσιο μέρος στο οποίο δεν μεγάλωσε. Δεν είναι καθόλου το ίδιο αν έχεις μεγαλώσει εκεί…»

 

Το σκεφτόμουν όσο ανέβαινα και κατέβαινα τα γραφικά στενά της Καβάλας, όσο χάζευα το ωραίο, αεράτο κτίριο του Δασαρχείου με τα πεύκα από απάνω του, το λιμάνι, τη θάλασσα και τον ορίζοντα μέχρι το Άγιο Όρος: την βλέπω με θαυμασμό και αγάπη την Καβάλα, σαν ένα πανέμορφο μέρος του κόσμου με το οποίο συνδέομαι συναισθηματικά, με παιδική ηλικία, εφηβεία, φιλίες, ανακαλύψεις και σχέσεις που κρατάνε ακόμα. Δεν υπάρχει πατρικό για να επιστρέψω, κι αν επιστρέψω θα είναι με τον θαυμασμό του επισκέπτη… κι αυτό μετράει πολύ. Όχι επειδή θαυμάζεις ό,τι αγαπάς. Αλλά επειδή το να θαυμάζεις σου δίνει χαρά.

 

Πολύ θα ήθελα ένα πιο βαθυστόχαστο συμπέρασμα και κρίμα που δεν υπάρχει. Το ανεβοκατέβασμα στην Καβάλα πάντα μου αφήνει έναν θαυμασμό σαν κατάλοιπο, λες και είδα από κοντά ένα από Επτά Θαύματα του Κόσμου. Και μάλιστα με εφηβικά μάτια…»

 

πηγή: athensvoice.gr