Δέκα ολόκληρα χρόνια ήταν κλεισμένα στα κουτιά τα έργα ενός διακεκριμένου Έλληνα καλλιτέχνη της διασποράς που διέπρεψε στις ΗΠΑ, του Θάσιου γλύπτη και ζωγράφου Πολύγνωτου Βαγή, τα οποία σήμερα βλέπουν και πάλι το φως.

 

Η ολοκλήρωση των εργασιών για την εκ βάθρων ανακατασκευή της εμβληματικής καπναποθήκης στην πλατεία Καπνεργάτη, στο κέντρο της Καβάλας και η μετατροπή της σ' ένα σύγχρονο πολιτιστικό κέντρο, δημιούργησαν μια καλαίσθητη εκθεσιακή αίθουσα, ικανή να στεγάσει τη συλλογή γλυπτικών και ζωγραφικών έργων μαζί με το πλούσιο αρχείο του σημαντικού αυτού καλλιτέχνη.

 

Στην πραγματικότητα, το έργο του Πολύγνωτου Βαγή δεν στερήθηκε ποτέ το φως και τον θαυμασμό των φιλότεχνων χάρη στο μουσείο που υπάρχει στη γενέτειρά του, την Ποταμιά της Θάσου.

 

Από το 1981 φιλοξενείται στο παλιό πετρόχτιστο δημοτικό σχολείο του χωριού, το οποίο χάρη στις άοκνες προσπάθειες και τη συνεχή φροντίδα του τότε διευθυντή της Διεύθυνσης Αποδήμων Ελλήνων του ΥΠΕΞ Γεώργιου Χριστογιάννη μεταμορφώθηκε σ' έναν χώρο τέχνης ικανό να στεγάσει το πλούσιο έργο του ικανοποιώντας έτσι και μια τελευταία επιθυμία του Θάσιου καλλιτέχνη, όλα τα εναπομείναντα έργα του, «τα παιδιά του», όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί, να μεταφερθούν στην Ελλάδα.

 

Κι αυτό παρά τις πολλές και σημαντικές προτάσεις που είχε από μεγάλα μουσεία του εξωτερικού να τα φιλοξενήσουν στις αίθουσές του, όπως έλεγε ο ίδιος ο κ. Χριστογιάννης σε παλαιότερες δηλώσεις τους.

 

Η σχέση φιλίας και αμοιβαίου σεβασμού που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους δυο άντρες κρατάει από πολύ παλιά, τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Όταν ο Χριστογιάννης υπηρετούσε ως πρόξενος της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη και ο Πολύγνωτος Βαγής ήταν ήδη ένας αναγνωρίσιμος καλλιτέχνης αλλά μετρημένος και λιτός ως προσωπικότητα, ως άνθρωπος.

 

Το 1981, δεκαέξι χρόνια από τον θάνατό του Πολύγνωτου Βαγή (σ.σ.έ φυγε από τη ζωή στις 15 Μαρτίου 1965 και η σορός μεταφέρθηκε και τάφηκε στη Θάσο) με ενέργειες και προσωπική μέριμνα του Γεώργιου Χριστογιάννη, τα εναπομείναντα έργα του καλλιτέχνη έρχονται από την Αμερική στην Ελλάδα.

 

Για ένα διάστημα, έως ότου ολοκληρωθούν οι εργασίες στο μουσείο της Θάσου, παραμένουν στην Καβάλα. Στη συνέχεια, ένας αριθμός έργων -το μεγαλύτερο μέρος τους- μεταφέρονται στο μουσείο που δημιουργήθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του κι ένας μικρότερος αριθμός μαζί με όλο το προσωπικό του αρχείο και προσωπικά του αντικείμενα παραμένουν στην πόλη της Καβάλας, όπου αρχικά εκτίθενται στο Δημοτικό Λαογραφικό Μουσείο Καβάλας μέχρι τη διάλυσή του, πριν από περίπου δέκα χρόνια.

 

Είχε το δαιμόνιο μέσα του, ήταν ένα έμφυτο ταλέντο

 

Ο Πολύγνωτος Βαγής, ένα από τα επτά παιδιά μιας σχετικά φτωχικής οικογενείας, γεννήθηκε το 1892 στην Ποταμιά της Θάσου. Ο πατέρας του Γεώργιος ήταν μαραγκός και ξυλόγλυπτης, ενώ η μητέρα του, Αγγελική Υδραίου, καταγόταν από γνώστη οικογένεια ναυτικών της Ύδρας. Το 1911, σε ηλικία 19 ετών, αφήνει την τουρκοκρατούμενη Θάσο και ο πατέρας του τον στέλνει μετανάστη στη Νέα Υόρκη σε αναζήτηση μιας καλύτερη τύχης.

 

Χωρίς μόρφωση και εφόδια, ο μικρός Βαγής θα μπορούσε μοιραία να πάρει τον στρωμένο δρόμο για τα εστιατόρια και τις άλλες χειρονακτικές εργασίες. Ο Πολύγνωτος, ωστόσο, έχει μέσα του δαιμόνιο που άρχισε να τον κεντρίζει πριν ακόμα πάρει μαθήματα γλυπτικής.

 

Ο Θάσιος καλλιτέχνης είναι η κλασσική περίπτωση του έμφυτου και αυτοδίδακτου ταλέντου. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα στην Αμερική γιατί έπρεπε να εργαστεί για να συντηρεί και τους δικούς του στην πατρίδα. Ο Βαγής όμως πάλεψε σκληρά και στο τέλος θριάμβευσε.

 

Το 1917 εγγράφεται στην Cooper Union, όπου σπουδάζει γλυπτική αλλά μόνο για έξι μήνες καθώς με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάσσεται εθελοντής στο αμερικάνικό ναυτικό. Δυο χρόνια μετά, συνεχίζει τις σπουδές του στο Beaux Arts Institute της Νέας Υόρκης έχοντας σπουδαίους δασκάλους.

 

Τότε, λαμβάνει και την αμερικανική υπηκοότητα. Η πορεία που διαγράφει στο καλλιτεχνικό στερέωμα της Αμερικής είναι σημαντική και αξιόλογη. Αναγνωρίζεται αμέσως το ταλέντο του και η ιδιαιτερότητα της τεχνικής που ακολουθεί. Με τις πρώτες επιτυχίες του απέκτησε και το δικό του στούντιο. Τού το πρόσφερε μια θαυμάστριά του, η Harry Payne Whitey, κι εκεί δημιούργησε τα πρώτα του έργα.

 

Ωστόσο, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Καβαλιώτης γλύπτης και επιμελητής του έργου του, Δημοσθένης Σωτηρούδης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «ο Βαγής κατόρθωσε όχι μόνο να επιβληθεί αλλά και να ασκήσει σημαντική επιρροή στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Αμερικής παίρνοντας πολλές τιμητικές διακρίσεις. Εντούτοις, το όνομά του δεν έγινε ευρύτερα γνωστό. Προτίμησε τη μοναξιά και την απλότητα, χωρίς να λαμβάνει μέρος στην κοινωνική ζωή των καλλιτεχνικών κύκλων της Αμερικής.

 

Όταν μεγάλα μουσεία της Αμερικής και άλλων χωρών τού πρόσφεραν τιμητικές αίθουσες για να στεγαστούν τα έργα του, αυτός τις αρνήθηκε. Παρόλο που ο ίδιος γνώριζε ότι ζημίωνε το έργο του. Προτίμησε να το προσφέρει στην Ελλάδα και την ιδιαίτερή του πατρίδα».

 

Η λατρεία για τον ελληνικό πολιτισμό και τα πρότυπά του

 

Είναι γεγονός ότι όλα τα έργα του φέρουν ευδιάκριτα τη σφραγίδα της ελληνικότητας. Ο Βαγής δονείται ενστικτωδώς από τα κλασσικά ιδεώδη, έχοντας προφανώς ως πρότυπό του τον συνονόματό του μεγάλο ζωγράφο της αρχαιότητας, Πολύγνωτο το Θάσιο, που έζησε στην Αθήνα στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και έργα του κοσμούσαν τα Προπύλαια, τον Παρθενώνα και τους Δελφούς.

 

«Στο έργο του Πολύγνωτου Βαγή», γράφει ο Γεώργιος Χριστογιάννης στην έκδοση του ΥΠΕΞ το 2002 για τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία του «αναβιώνουν οι αρετές που ανέβασαν την ελληνική τέχνη στη σφαίρα της τελειότητας: Απλότητα στη μορφή, μέτρο και ισορροπία στη σύνθεση, ιδεαλισμός και λατρεία του ανθρώπου. Ο Βαγής, τα θέματά του, τα αντλούσε από τη βαθειά σπουδή της φύσης και του ανθρώπου. Ο Πολύγνωτος Βαγής δεν ήταν Έλληνας μόνο στα έργα του. Ήταν πάνω απ' όλα Έλληνας στην ψυχή».

 

Η Εθνική Εγκυκλοπαίδεια της Αμερικανικής Βιογραφίας έγραφε για τον Βαγή: «Έχει δυνατή προσωπικότητα και θέληση. Δεν δέχεται παραγγελίες έργων, γιατί προτιμά να εργάζεται σε δικές του εμπνεύσεις.

 

Μέχρι τώρα δεν έλαβε μέρος σε διαγωνισμούς εκτός της συμμετοχής του στον Σύνδεσμο Αμερικανικής Τέχνης και δεν λαμβάνει μέρος στην κοινωνική ζωή των καλλιτεχνιών κύκλων της Αμερικής. Η ασυνήθιστη φυσική αντοχή του είναι αποτέλεσμα της επίδοσής του στον αθλητισμό και ίσως τον κατέστησε ικανό να αντιμετωπίσει τις κακουχίες, τη φτώχεια και τις στερήσεις που όλες τις βάσταξε με ελληνική στωικότητα».

 

Έτσι, η επιτυχία δεν αργεί να φανεί. Γνώμες έγκυρων κριτικών τέχνης στην Αμερική αναφέρονται με ανυπόκριτο θαυμασμό στο έργο του. Φημισμένα μουσεία όπως το Μητροπολιτικό της Νέας Υόρκης, το Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ), το Whitney Museum of Art, το Brooklyn Museum of Art, το Toledo Museum του Οχάιο και το Tel Aviv Museum του Ισραήλ και γνωστές ιδιωτικές συλλογές κοσμούνται από τα έργα του. Σε διάστημα τριάντα ετών έλαβε μέρος σε περίπου πενήντα ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Τιμήθηκε με πάρα πολλά βραβεία.

 

Λίγο πριν από το θάνατό του, η ελληνική πολιτεία του απένειμε το μετάλλιο του Ταξιάρχη του Φοίνικος, ενώ ο πρόεδρος Τζον Κένεντι τον κάλεσε στον Λευκό Οίκο μαζί με άλλους επιφανείς Αμερικανούς καλλιτέχνες.

 

Από την αρχή της καλλιτεχνικής του διαδρομής χάραξε τη δική του ξεχωριστή πορεία χωρίς να παρασυρθεί από τα διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, όπως επισημαίνει ο Δημοσθένης Σωτηρούδης που τονίζει με έμφαση «ο Βαγής έζησε σε μια χώρα χωρίς καλλιτεχνική παράδοση αιώνων και σε μια χρονική περίοδο που παρουσιάζονται στις ΗΠΑ πολλά καλλιτεχνικά ρεύματα και σχολές τέχνης τα οποία γίνονται δεκτά, γιατί δεν υπάρχει η προκατάληψη για τους καινούργιους πειραματισμούς. Μέσα σε τέτοιο καλλιτεχνικό περιβάλλον θα περίμενε κανείς να παρασυρθεί, να αλλάξει την καλλιτεχνική του φυσιογνωμία. Αυτό δεν συμβαίνει γιατί από την αρχή έχει καθορίσει τον χώρο των καλλιτεχνικών του αναζητήσεων».

 

Ο Πολύγνωτος Βαγής παντρεύτηκε μια όμορφη Εβραία Αμερικανίδα, τη Σύλβια, με την οποία δεν απέκτησε παιδιά. Την έχασε πρόωρα από τη ζωή την Άνοιξη του 1962. Ο θάνατός της τού στοίχισε πάρα πολύ. «Ρήμαξε το σπίτι μου» θα εξομολογηθεί ο ίδιος στον Χριστογιάννη σε μια συνάντησή τους, σημειώνοντας ο τελευταίος ότι «η καλόγνωμη Σύλβια τού είχε σταθεί τρυφερή συντροφιά στη μοναχική ζωή του και ψυχικό στήριγμα στον καλλιτεχνικό του αγώνα».

 

Προνόμιο και τιμή για την πόλη η έκθεση των έργων του

 

Ο δήμαρχος Καβάλας, Θόδωρος Μουριάδης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, χαρακτηρίζει «μεγάλο προνόμιο και ιδιαίτερη τιμή για την πόλη» να διαθέτει μια συλλογή έργων του μεγάλου Έλληνα γλύπτη Πολύγνωτου Βαγή.

 

«Χαιρόμαστε ιδιαίτερα», συνεχίζει ο κ. Μουριάδης, «που ύστερα από ένα διάστημα περίπου δέκα ετών, η συλλογή των έργων του μαζί με το φωτογραφικό υλικό, τα προσωπικά του αντικείμενα και τα εργαλεία της τέχνης του, βλέπουν και πάλι το φως του ήλιου.

 

Γλυπτά από χαλκό, μάρμαρο, γύψο, πέτρα και ξύλο, που αποτελούσαν αγαπημένα υλικά για τον καλλιτέχνη, χαρακτικά και ζωγραφικά έργα, φωτογραφίες και οικογενειακά κειμήλια, εκθέτονται σε μια ιδιαίτερα καλαίσθητη αίθουσα, όπως αρμόζει σε έναν καταξιωμένο Έλληνα της διασποράς, που διέπρεψε στην Αμερική και έργα του βρίσκονται στα μεγαλύτερα μουσεία μοντέρνας τέχνης και ιδιωτικές συλλογές σε ολόκληρο τον κόσμο».

 

Σήμερα, 56 χρόνια από τον θάνατό του, η αίθουσα των έργων του Πολύγνωτου Βαγή στο πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Καβάλας, μαζί με το ομώνυμο μουσείο του στην Ποταμιά της Θάσου, κρατούν ζωντανή τη μνήμη αυτού του καταξιωμένου δημιουργού που ο θαυμασμός του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και η αγάπη του για τη φύση αποτέλεσαν βασική πηγή έμπνευσης.

 

πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ  Βασίλης Λωλίδης