Πρωτοσέλιδα

γράφει ο 

Τάσος Αποστολίδης

 

Ο κάτω κλάδος της οδού Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Καβάλα άρχισε να κατασκευάζεται το 1986 από την ανώνυμη τεχνική εταιρία Μαγιάνη – Κακηρόπουλου και ολοκληρώθηκε την επόμενη χρονιά. 

 

Ήταν ένα έργο του Δήμου Καβάλας και συγκεκριμένα της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Καβάλας (ΔΕΥΑΚ) η οποία είχε συσταθεί μόλις 5 χρόνια πριν. 

 

Τότε βρισκόταν σε εξέλιξη το μεγάλο έργο του βιολογικού καθαρισμού της Καβάλας και η κατασκευή του δικτύου αποχέτευσης το οποίο θα λειτουργούσε με αντλιοστάσια κοντά στη στάθμη της θάλασσας, ώστε τα λύματα να οδηγούνται στις εγκαταστάσεις της Άσπρης Άμμου. 

 

Το έργο του δεύτερου κλάδου του δρόμου, εκτελέστηκε από τη ΔΕΥΑΚ, πιθανότατα λόγω… περίσσειας κονδυλίων. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, ο κεντρικός αγωγός των λυμάτων έπρεπε να περάσει από τον πάνω κλάδο του δρόμου αλλά για όσο διάστημα θα εκτελούνταν τα έργα για την πάκτωσή του, η κυκλοφορία θα σταματούσε. Ήταν ο δρόμος "Ανατολής-Δύσης" και κάτι τέτοιο κρίθηκε αδύνατο. Έτσι κατασκευάστηκε σε πρώτη φάση η γέφυρα, χρησιμοποιήθηκε αρχικώς ως δρόμος διπλής κυκλοφορίας, κι όταν τέλειωσαν τα έργα του αποχετευτικού αγωγού στον παλιό πάνω κλάδο, τότε ακολούθησαν οι μονοδρομήσεις. 

 

Η οδική γέφυρα που κατασκευάστηκε αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά έργα μέσα στην πόλη της Καβάλας και τότε έλυσε ένα μεγάλο πρόβλημα που αφορούσε στη μεγάλη συμφόρηση του δρόμου από το ύψος του Καρνάγιου μέχρι την είσοδο του παλιού (του «κάτω») Νοσοκομείου της πόλης. Το σημείο εκείνο ήταν από τα στενότερα της οδού Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και μέχρι να κατασκευαστεί η γέφυρα δεν επιτρεπόταν η στάθμευση καθώς το πλάτος του δρόμου μόλις που αρκούσε για να εξυπηρετήσει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας. 

 

Σημειώνεται ότι την περίοδο εκείνη, ο δρόμος αυτός δεν ήταν απλώς μια εθνική οδός αλλά ήταν ένας διεθνής άξονας. Από αυτόν περνούσαν όλα τα φορτηγά που κάποτε διέρχονταν μέσα από την πόλη (μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 2000 όταν κατασκευάστηκε η Εγνατία Οδός και συγκεκριμένα το τμήμα παράκαμψης της Καβάλας). 

 

Πολλοί είναι οι αστικοί μύθοι που υπάρχουν για το συγκεκριμένο οδικό τμήμα της γέφυρας. Επί ημερών του παντοδύναμου τότε δημάρχου Λευτέρη Αθανασιάδη, το έργο άρχισε χωρίς «πολλά-πολλά» και με εξασφαλισμένες πιστώσεις. Την χρονιά που άρχισε η κατασκευή, ο άνθρωπος που διοίκησε το Δήμο Καβάλας για 16 χρόνια και υπήρξε ο μακροβιότερος δήμαρχος, ετοιμαζόταν για τις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 1986, της δεύτερης κατά σειρά εκλογικής αναμέτρησης που κέρδισε με ευκολία. 

 

Η Καβάλα εκείνη την περίοδο άλλαζε θεαματικά, με πολύ μεγάλα τεχνικά έργα αλλά και με αμέτρητες μικρότερες παρεμβάσεις σε όλες τις συνοικίες της. Η πόλη μεγάλωνε. Κι έτσι ο δρόμος αυτός ήταν μια λογική εξέλιξη των πραγμάτων. 

 

Για αρκετά χρόνια λεγόταν ότι ο κάτω κλάδος του δρόμου που στηριζόταν στη γέφυρα, θα συνεχιζόταν μέχρι το Περιγιάλι κι ότι το έργο «σκόνταφτε» σε ζητήματα απαλλοτριώσεων που έπρεπε να γίνουν από την πλευρά της θάλασσας, όπου ήδη είχαν χτιστεί χρόνια πριν πολλές κατοικίες, μιας και η περιοχή των Μεγάρων και των Πεντακοσίων δεν επαρκούσε για τη στέγαση των κατοίκων της ραγδαία αναπτυσσόμενης πόλης. 

 

Ασχέτως αν υπήρχε ή όχι η επέκταση στα σχέδια του Δήμου, ο δρόμος αυτός δεν συνεχίστηκε ποτέ προς το Περιγιάλι και οι δύο λωρίδες στο ρεύμα εξόδου της πόλης, για μόλις 300 μέτρα, χρησίμευσαν κυρίως για την εύκολη πρόσβαση στον κόμβο εισόδου και εξόδου στο τότε νοσοκομείο. Το σημείο βέβαια στο οποίο κατέληγε ο διευρυμένος λόγω γέφυρας δρόμος, ήταν πάντα επικίνδυνο, ακόμη και τότε που λειτουργούσαν οι φωτεινοί σηματοδότες μέχρι την μετακόμιση του Νοσοκομείου στις νέες του εγκαταστάσεις στον Άγιο Σίλλα. 

 

Πάντως ήδη εκείνα τα χρόνια συζητιόταν (όπως και κάθε φορά πριν από εκλογική αναμέτρηση) η κατασκευή της Εγνατία Οδού που θα ανακούφιζε το κυκλοφοριακό πρόβλημα της πόλης. Ο δρόμος λειτούργησε χωρίς πρόβλημα και χωρίς εκτεταμένες συντηρήσεις για περίπου 30 χρόνια. 

 

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
Οι φωτογραφίες παρακάτω είναι από τα αρχεία των Κώστα Παπακοσμά, Νίκου Ουσταμπασίδη, Κυριάκου Γκλεζάκου (Ελληνική Εργοτεχνική Ιστορία) και της εταιρίας «Γερανοί Αβραμίδη».