Πρωτοσέλιδα

 

Λίγο πριν φέρουν τις λαγάνες, τα τουρσιά, τους ταραμάδες και τα τσίπουρα, ο παππούς κάθισε δίπλα στο τζάκι κι άρχισε να ιστορεί μιαν εποχή που οι μνημονάκηδες κρατούσαν στα σεντούκια τους το βιός των ανθρώπων και τους επέβαλαν να φορούν βάτες και γραβάτες.

 

Καθαροδεύτερο με βροχή. Πού να πας; Κάναμε ένα γύρο από το τζάκι κι ακούγαμε.

 

«Ήταν ένα γεναριάτικο βράδυ, από αυτά που διαλέγουν οι γάτοι να τραγουδήσουν τον έρωτά τους», ξεκίνησε να λέει.

 

«Οι Γρηγόρηδες το γιόρταζαν και άργησαν να πάρουν είδηση ότι τα τραγούδια που ζέσταιναν τη χειμωνιάτικη νυχτιά, ούτε νιαουρίσματα μήτε λόγια του κρασιού ήταν. Σε λίγο γιόμισαν οι δρόμοι με πολύχρωμους αντιρρησίες, που κράταγαν κοντάρια με κρεμασμένες γραβάτες, να ανεμίζουν ανάποδα στον παγωμένο αέρα».

 

«Ήρθε το αύριο», είπε ο γέροντας, βρέχοντας τα χείλη και νεύοντας «στην υγεία σας σύντροφοι», κι αμέσως σκοτείνιασε το βλέμμα του.

 

«Έτσι νόμιζα, αλλά αλλιώς τα περίμενα», σκούντησε το παραμύθι προς το τέλος, αφήνοντας έναν καημό.

 

«Αλλιώς τους περίμενα, κι αυτοί μου βγήκαν ρουχαμαζιπουπλυθηκανκιεχουνεγινειροζ». Και κατέβασε ολόκληρο το ποτήρι.

 

Σιωπή, για ώρα πολλή. Και σκέψεις που δεν θέλαν να ανατείλουν.

 

Στα ύστερα, πήρε το θάρρος ένας μπαλωματής και έσυρε το λόγο παραπέρα.

 

«Μα βρε παππού Μανώλη, μωρέ λαβαροπάρτη, μην κάνεις σαν ανυπόμονο πουλάρι που το άφησαν στο λιβάδι δίχως χαλινό και δεν ξέρει προς τα πού να πρωτοτρέξει. Τετρακόσια χρόνια περιμέναμε να σηκωθούμε να διώξουμε το μισοφέγγαρο, πέντε να ξαποστείλουμε αυτούς που δεν σεβάστηκες με τις σβάστικες, εφτά να βγούμε από το γύψο…

 

Κι εσύ μπαρμπα-Μανώλη περίμενες εννιά δεκαετίες νάρθει το αύριο πιο όμορφο απ’ το χθες…

 

Κι αν, όπως λες βάφτισαν το κρέας ψάρι, μη σκιάζεσαι...

 

Μπαίνει σαρακοστή, γι’ αυτό το κάναν…

 

Να σου θυμίσω τι έλεγε ο προπάππους μας για μια αλεπού, που πιάστηκε η ουρά της στο δόκανο και κόπηκε;

 

Το λοιπόν, για να μην ξεχωρίσει ως κολοβή, θέλησε να πείσει και τις άλλες πως πρέπον είναι να κόψουν την ουρά τους...

 

Ε, δεν την πίστεψαν οι άλλες αλεπούδες...

 

Κι ούτε τώρα θα πειστούν πως μας πρέπει ελευθερία ανάπηρη, σε καροτσάκι με τροχούς…

 

Την λεν σαρακοστή, αλλά κρατάει πενήντα μέρες...

 

Κι ακολουθεί άνοιξη κι ανάσταση και νταούλια και βιολιά...

 

Ελευθερία ανάπηρη δεν θέλουμε να υπάρχει, επιμένει ο θείος Κατσαρός…

 

Το εκνευριστικό ερωτικό τραγούδι των γάτων συνεχίζεται, αλλά σε δυό μήνες, θα γεννηθούν γατάκια χωρίς γραβάτες», τέλεψε την κατήφεια ο μπαλωματής, ο…

 

Μεταπαραμυθάς