Πρωτοσέλιδα

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια καλοκυρά που γεννήθηκε όταν βγάλανε από τον γύψο την μάννα της και την ανέστησαν…

Είχε πέσει, λέει, σε εφτάχρονο βαθύ κώμα και βάλθηκαν να την ξυπνήσουν με φωνές ατέλειωτες και έρποντα βογγητά…

Κάποτε, την ξύπνησαν οι ΕΡΕτικοί πόνοι της γέννας...

Περίμεναν αγόρι και τα είχαν ψωνίσει όλα γαλάζια...

Πανάθεμά την, είχε και μεγάλα φρυδερίκια...

Ασχημούλα, αλλά με τα γαλλικά της, τη μόρφωσή της. Βέβαια, βέβαια…

Άναψαν και μια δάδα στη μεγαλόχαρη...

Στα γαλάζια, λοιπόν, η μοναχοκόρη μεγάλωσε, θέριεψε, αφράτεψε…

Κι όταν έφτασε στα εφτά, γνώρισε ένα παλουκάρι πράσινο λαδί, τον Ζιβάγκο, και το παντρεύτηκε…

Ο γάμος ήταν περίεργος...

Μια καθόταν στο θρόνο εκείνη κι εκείνος έπλενε τα πιάτα, μια καβαλίκευε εκείνος και την έστελνε να βγάλει τα φρυδερίκια της...

Κι ο λαός βασίλευε στα πεζοδρόμια και στις καφετέριες…

Αργότερα απέκτησαν και κανα-παιδάκι κι έβαλαν τον λαό μπροστά σε μια τηλεόραση, να δημιουργεί την απεραντοσύνη του τίποτα…

Το κανα-παιδάκι έγινε κανα-παις και όλοι ήταν μια ευτυχισμένη οικογένεια…

 

***************************************************************

 

Η γαλάζια κόρη με τα μεγάλα φρυδερίκια, στην αρχή, μονοτόνισε τη ζωή, γέμισε τα σεντούκια με προικιά μέχρι να έρθει ο Ζιβάγκος να γεννήσει την ελπίδα...

Όλα τα είχε ο λαός, χάρηκε που βρήκε διάδοχο...

Μια νύχτα, το ζεύγος έπνιξε το παιδί, μην και γενεί το αύριο καλύτερο απ’ το χθες…

Κι αφού λεφτά υπήρχαν, όσο ήταν νέοι μοίραζαν κατιτίς και στο πόπολο, δίναν και δάνεια Σαλονάτα…

Παρακαταθήκη, για να’χουν στα γεράματα…

 

****************************************************************

 

Οι Άνοιξες τελείωσαν κι ήρθε η εποχή των μπότοξ...

Τότε, όχι άξαφνα, εμφανίστηκε κι η βασιλομήτωρ...

Πάντα στη χώρα η βασιλομήτωρ είχε γερμανική καταγωγή...

Έτσι ήθελε το παραμύθι και μην ψάχνετε την άκρη…

Την κόψαν…

Είχαν περάσει κοντά σαράντα χρόνια κι ακόμη δεν άφηναν νέα γενιά να γεννηθεί...

Κι επειδή έφαγαν το μερτικό απ’ τη ζωή, άρχισαν κι οι τρεις να μασουλάνε και της επόμενης γενιάς...

Κι αν γεννηθεί να μην έχει μήτε φασκιές...

Έφαγαν τα μεροκάματα, συνέχισαν με τις συντάξεις, ξεκοκάλισαν τις μικροκαταθέσεις, πήραν σπίτια, μαγαζιά, έκαψαν υπάρχοντα και ζωές στα μαγκάλια και στις ξυλόσομπες, ξαπόστειλαν καμπόσους…

Όχι στα ξερονήσια, αυτά τα πήραν για τον παραγιό, τον ΤΑΙΠαίδι τους…

Ούτε ο ύπνος τους γλύτωσε…

Τον χαράμισαν κι αυτόν...

Τον βάφτισαν λαθραίο…

Στα τελευταία, από τη λαιμαργία τους, έφαγαν και τους κανα-παίδες...

 

***************************************************************

 

Ο γέρος, λέει ο λαός, είναι σαν τον αέρα…

Όσο περισσότερο χώρο του δώσεις, τόσο περισσότερο απλώνεται... 

Μέσ’ της απελπισίας τη ρουτίνα…

Κι όταν ο καλοπληρωτής έχασε δουλειά, σπίτι και όνειρα…

Κι άμα έκανε τα σαράντα…

Πήρε κόλλυβα και βγήκε, λίγο πριν το ξημέρωμα του νέου χρόνου κι άρχισε πάλι τις ατέλειωτες φωνές…

Να σκεπάσει τα ερχόμενα έρποντα βογγητά της ανέραστης βασιλομήτορος…   

Και τότε ακούστηκε:

Κάτω οι Αδώνιδες ζήτω οι Ήδωνες…

Και τους ευχήθηκε για το νέον έτος:

…Και του χρόνου στα σπίτια σας…

 

(*γράφτηκε παραμονή Πρωτοχρονιάς)