Πρωτοσέλιδα

 

 

 

 

Στις 17/11/2019 αποστείλαμε προς την Υπουργό Παιδείας κ. Νίκη Κεραμέως επιστολή με θέμα «Σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση», με την οποίαν μεταφέραμε την αγωνία των υποψηφίων μαθητών και των γονέων τους για τις εξαγγελθείσες αλλαγές, μέσα στο πιεστικό περιβάλλον της διαδικασίας προετοιμασίας για τις πανελλαδικές εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είμαστε αντίθετοι στον οποιονδήποτε αιφνιδιασμό των υποψηφίων.

 

Όπως συγκεκριμένα αναφέρουμε στο τέλος της επιστολής μας «Η Πολιτεία οφείλει διαχρονικά, συναινετικά, ολιστικά και όχι αποσπασματικά να σχεδιάζει και να εφαρμόζει υποστηρικτικούς μηχανισμούς που να συμβάλλουν στην εισαγωγή των υποψηφίων στις σχολές προτίμησης τους, οι οποίες βεβαίως θα πρέπει να οδηγούν σε άμεση επαγγελματική αποκατάσταση και όχι σε ανεργία.

 

Μετά από τις παραπάνω σκέψεις, δικαιούται κάποιος να αναρωτηθεί, ποιοι είναι οι στόχοι της εκάστοτε κυβέρνησης. Να αντιπαρέλθει τις ομοίως αποσπασματικές επιλογές της κάθε προηγούμενης; Θέλουμε τελικά, μαθητές μορφωμένους, οι οποίοι να αποκτούν δεξιότητες προκειμένου να κατακτούν αυτά που επιθυμούν ή θέλουμε μία πλειοψηφία νέων ανθρώπων που θα αποτυγχάνει και θα ξαναπροσπαθεί και θα ξαναπροσπαθεί τονίζοντας τους, με αλαζονεία ότι η κορυφή είναι για λίγους και εκλεκτούς;

 

Σε έναν κόσμο που αλλάζει και εξελίσσεται καθημερινά κρίνεται επιτακτική η ανάγκη να δημιουργούνται βάσεις σοβαρού και ουσιαστικού διαλόγου μακριά από μικροσκοπιμότητες και κομματικές διαφορές, με γνώμονα το συμφέρον και το μέλλον των παιδιών, συνεπώς της ίδιας της πατρίδας μας.».

 

 

Ακολουθεί το κείμενο της επιστολής 

ΠΡΟΣ : Υπουργό Παιδείας κ. Νίκη Κεραμέως

Κοινοποίηση: Ανώτατη Συνομοσπονδία Γονέων Μαθητών Ελλάδας
Ομοσπονδία Γονέων Αν.Μακ.-Θρακ.

 

 

ΘΕΜΑ: Σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση

 

 

Αξιότιμη κ. Υπουργέ

Με σκοπό να συμβάλλουμε στο δημόσιο διάλογο για το σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση, ο οποίος εκκίνησε από τις εξαγγελίες σας, εισαγωγικά υπενθυμίζουμε τα προφανή: ότι ο χρόνος τρέχει προς τις ημέρες διεξαγωγής των εξετάσεων και ότι οι υποψήφιοι με τις οικογένειές τους αγωνιούν υφιστάμενοι αφόρητη ψυχολογική και οικονομική πίεση, εισερχόμενοι στη διαδικασία αυτή, η οποία δέχεται σοβαρή κριτική διαχρονικά από πολλούς , καθώς επί της ουσίας αποτελεί βαθμολόγηση αποτυπώματος μιας στιγμής και όχι αξιολόγηση ικανοτήτων μάθησης.

 

Στα παραπάνω ασφυκτικά πλαίσια, οι υποψήφιοι, από τους θερινούς ακόμη μήνες, ξεκινούν έναν μαραθώνιο μελέτης και πίεσης προκειμένου να είναι να σε θέση να αφομοιώσουν έναν τεράστιο όγκο ύλης. Το αν και πως θα αφομοιωθεί αυτή η ύλη δεν δείχνει να αφορά κανέναν, καθώς, όπως παιδαγωγικές θεωρίες πρεσβεύουν, όλα τα παιδιά δεν είναι ίδια και ούτε μαθαίνουν και με τον ίδιο τρόπο (βλ. Θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης), γεγονός που φαίνεται ότι το αγνοούμε όταν οι μαθητές φτάνουν στην Γ' Λυκείου. Τότε ζητάμε από όλα τα παιδιά να διαγωνιστούν με τον ίδιο τρόπο και με τις ίδιες ψυχοπιεστικές συνθήκες. Και όταν η πλειοψηφίατων μαθητών δεν καταφέρει να ανταποκριθεί δικαιώνοντας την δική τους μακρόχρονη και επίπονη προσπάθεια, αντιμετωπίζουμε το γεγονός με διάθεση "ταμπελοποίησης" και άκρατης κριτικής για τις δυνατότητες και την αξία των παιδιών, υπονοώντας ότι το σύστημα εισαγωγής των εξετάσεων είναι απόλυτα ορθό. Λοιπόν, δεν είναι.
Πέραν αυτών, εξαγγέλλονται ρυθμίσεις και διαδικασίες, οι οποίες καθιστούν το σύστημα εισαγωγής ακόμη πιο δύσκολο, έτσι για να τιμωρήσουμε ακόμη περισσότερο τα παιδιά που τολμούν και ονειρεύονται. Θέτουμε τη βάση του 10 αυστηρά και απόλυτα, ενώ διαπραγματευόμαστε και για περικοπές εισακτέων στα πανεπιστήμια συζητώντας για ενδεχόμενη βαθμολόγηση και από τα ιδρύματα.

 

Η Πολιτεία οφείλει διαχρονικά, συναινετικά, ολιστικά και όνι αποσπασιιατικά να σχεδιάζει και να εφαρμόζει υποστηρικτικούς μηχανισμούς που να συμβάλλουν στην εισαγωγή των υποψηφίων στις σχολές προτίμησης τους, οι οποίες βεβαίως θα πρέπει να οδηγούν σε άμεση επαγγελματική αποκατάσταση και όχι σε ανεργία ή ετεροαπασχόληση χαμηλών προσδοκιών.

 

Μετά από τις παραπάνω σκέψεις, δικαιούται κάποιος να αναρωτηθεί, ποιοι είναι οι στόχοι της εκάστοτε κυβέρνησης. Να αντιπαρέλθει τις ομοίως αποσπασματικές επιλογές της κάθε προηγούμενης; Θέλουμε τελικά, μαθητές μορφωμένους, οι οποίοι να αποκτούν δεξιότητες προκειμένου να κατακτούν αυτά που επιθυμούν ή θέλουμε μία πλειοψηφία νέων ανθρώπων που θα αποτυγχάνει και θα ξαναπροσπαθεί και θα ξαναπροσπαθεί τονίζοντας τους, με αλαζονεία ότι η κορυφή είναι για λίγους και εκλεκτούς;

 

Σε έναν κόσμο που αλλάζει και εξελίσσεται καθημερινά κρίνεται επιτακτική η ανάγκη να δημιουργούνται βάσεις σοβαρού και ουσιαστικού διαλόγου μακριά από μικροσκοπιμότητες και κομματικές διαφορές, με γνώμονα το συμφέρον και το μέλλον των παιδιών, συνεπώς της ίδιας της πατρίδας μας.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Μαριάννα Δρόσου Κακαγιάννη